Τρίτη, 15 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 428/2005 ΑΠ (370004)


ΑΡΕΙΟΣΠΑΓΟΣΑυτοκινητικό ατύχημα με υλικές ζημίες. Περιεχόμενο της αποζημίωσης. Τα τέλη κυκλοφορίας του επαγγελματικού αυτοκινήτου που έμεινε για κάποιο χρόνο εκτός κυκλοφορίας και εκμετάλλευσης, τα ασφάλιστρα που κατεβλήθησαν κατά τον ίδιο χρόνο και οι ασφαλιστικές εισφορές του ιδιοκτήτη του φορτηγού στο Ταμείο
Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών (ΤΣΑ) καλύπτονται από τα διαφυγόντα κέρδη που επιδιώκει ο ενάγων να του επιδικαστούν και δεν δικαιούται να διεκδικήσει με χωριστό κονδύλιο της αγωγής, την αναλογία τους που αντιστοιχεί στο διάστημα ακινησίας του οχήματος. Οι ένορκες βεβαιώσεις ως μέσο αποδείξεως. Ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης άρθρου 559 αρ. 11 όταν δεν αναφέρεται ειδικά ότι ελήφθησαν υπόψιν. Αναιρεί την υπ΄ αρ. 4303/2003 απόφαση Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 428/2005
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανό Πατεράκη, Αντιπρόεδρο, Ανάργυρο Πλατή, Γεώργιο Βούλγαρη, Δημήτριο Κυριτσάκη και Αχιλλέα Νταφούλη,
Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Οκτωβρίου 2004, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ………… , κατοίκου Ν. Ηρακλείου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Αναγνωστάκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ……………………….. , κατοίκου Χαϊδαρίου Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε και 2. ανώνυμης εταιρείας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία «………….», που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Ιουνίου 2001 αγωγή του ήδηαναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4.254/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4.303/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Ιουλίου 2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όλοι πλην του 1ου εκ των αναιρεσιβλήτων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανάγνωσε την από 22 Σεπτεμβρίου 2004 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Από την υπ΄αρίθ. 6463/24.10.2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Καράκου, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας συνεδρίαση καθώς και κλήση προς συζήτηση της αίτησης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο από τους αναιρεσίβλητους ………….. , ο οποίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ως άνω συνεδρίαση, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο.
Επομένως και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση, που επισπεύδεται από τον αναιρεσείοντα, παρά την απουσία του εν λόγω αναιρεσίβλητου.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 339, 395 και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, που δίδονται, ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου με επιμέλει του οποίου λαμβάνονται, για να προσκομιστούν στις δίκες επί μισθωτικών διαφορών, όπου επιτρέπονται, αποτελούν, ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα. Συνεπώς, το δικαστήριο για να μην υπάρχει αμφιβολία περί του αν ελήφθησαν ή όχι υπόψη οι ένορκες βεβαιώσεις, πρέπει να τις μνημονεύει ειδικά στην απόφαση του. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων για την απόδειξη των αγωγικών του αξιώσεων, προσκόμισε και επικαλέστηκε με τις προτάσεις του στο εφετείο, εκτός από τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία και την υπ΄αρίθ. 1714/29.1.2003 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε ύστερα από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του. Η ένορκη αυτή όμως βεβαίωση δεν αναφέρεται ειδικώς, όπως θα έπρεπε, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε άλλωστε και προκύπτει αδιστάκτως από το καθόλου περιεχόμενο της απόφασης και ειδικότερα από την αόριστη αναφορά, ότι λήφθηκαν υπόψη « .. η κατάθεση του μάρτυρα που νομότυπα εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, καθώς και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν» ότι έχει ληφθεί υπόψη η εν λόγω ένορκη βεβαίωση. Συνεπώς είναι βάσιμος ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ και, πρέπει, να γίνει δεκτός.
3. Από την ίδια αυτή διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 11 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, προκύπτει ότι θεμελιώνεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη στα πλαίσια των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ίδιου Κώδικα και τα έγγραφα τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, αλλά και όταν υπάρχουν αμφιβολίες περί του αν έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση ή παρά την περί αυτού βεβαίωση, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι έχουν ληφθεί υπόψη, όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω έγγραφα. Στην προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, ότι το εφετείο για να καταλήξει στην δικανική του κρίση, εκτός των άλλων και για την απομείωση της αξίας του υπ΄αριθ. …. 9491 Δ.Χ. φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, το οποίο στις 22α Δεκεμβρίου 2000 και περί ώρα 14.05΄, συγκρούσθηκε στη Μεταμόρφωση Αττικής, με το υπ` αριθμ. κυκλ. ……….. Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου, καθώς και για τα κέρδη που απωλέσθηκαν από την παραμονή για 20,5 ημέρες του αυτοκινήτου στο συνεργείο προς επισκευή, έλαβε υπόψη, εκτός από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα που εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περιέχονταν στα ταυτάριθμα πρακτικά της δίκης και όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι. Από τη γενική αυτή διαβεβαίωση αλλά και από το γεγονός ότι στο υπόλοιπο αιτιολογικό της απόφασης, δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία, για το αν το εφετείο έλαβε υπόψη του τα έγραφα και την κατάθεση του μάρτυρα, γίνεται απολύτως βέβαιο, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει και να επιδικάσει, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα επί μέρους ποσά, έλαβε υπόψη του και τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία.
Συνεπώς ο δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων, προβάλλει την πλημμέλεια εκ του πιο πάνω άρθρου, λόγω του ότι, κατ΄ αυτόν, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος προσκόμισε και επικαλέστηκε για να αποδείξει τις πιο πάνω απαιτήσεις του και συγκεκριμένα: 1)την υπ΄αρίθ. Ε 20632/2001 απόδειξη παροχής υπηρεσιών με τις τρεις έγραφες εντολές επισκευής της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………… »,2) την από 5.3.2001 βεβαίωση και το ακριβές αντίγραφο απόσπασμα από το βιβλίο εισερχομένων αυτοκινήτων της ίδιας εταιρίας , 3) τα 22 αριθμητικώς προσδιοριζόμενα αντίγραφα φορολογικά στοιχεία του Ημερολογίου
Μεταφοράς Εμπορευμάτων Πελατών, 4) τις 6 αριθμητικώς ,επίσης, προσδιοριζόμενες περιοδικές φορολογικές δηλώσεις ΦΠΑ προς τη ΔΟΥ Ηρακλείου,
5) τα αντίγραφα Ημερολογίου Μεταφοράς Εμπορευμάτων Πελατών,
6) τις εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ των διαχειριστικών ετών 2000, 2001 προς τη ΔΟΥ
Ηρακλείου και 7) τα υπ΄αρίθ. 4254/15.3.2002 πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 12,13 και 15 του ν.δ 2637/1953 « περί τίτλων κυριότητας και φορολογίας αυτοκινήτων», που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά το ν.δ 1146/1972 « περί τρόπου μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτοκινήτων και μοτοσικλετών» και της από 2.3.1953 εισηγητικής του νόμου αυτού εκθέσεως, προκύπτει ότι τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, έχουν χαρακτήρα ανταποδοτικών τελών, δεν είναι φόροι, και επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων για τη χρησιμοποίηση από τους τελευταίους του οδικού δικτύου της χώρας και την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για τη συγκάλυψη των δαπανών συντήρησης του δικτύου τούτου. Επομένως, τα εν λόγω τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται από τον ιδιοκτήτη, ανεξάρτητα από το αν το όχημα κυκλοφορεί ή έχει τεθεί συνεπεία μηχανικής βλάβης ή τροχαίου ατυχήματος σε αχρησία, εκτός αν στην τελευταία αυτή περίπτωση έχουν κατατεθεί οι πινακίδες κυκλοφορίας. Συνεπώς επί τροχαίου ατυχήματος ο παθών ιδιοκτήτης αυτοκινήτου που χρησιμοποιείται για επαγγελματική χρήση, δεν δικαιούται να διεκδικήσει, με χωριστό κονδύλιο της αγωγής, την αναλογία των τελών κυκλοφορίας, που αντιστοιχούν στο διάστημα ακινησίας του οχήματός του, αφού η σχετική δαπάνη, που σε κάθε περίπτωση θα την κατέβαλε, καλύπτεται από την εκμετάλλευση του επαγγελματικής χρήσεως αυτοκινήτου και τα διαφυγόντα κέρδη τα οποία επί ακινησίας του αυτοκινήτου συνεπεία τροχαίου ατυχήματος του επιδικάζονται. Είναι δε τούτο συνεπές, διότι επί συγκρούσεως αυτοκινήτου καλύπτεται μόνο η ζημία που είναι απότοκος του τροχαίου ατυχήματος και όχι άλλων εξωγενών παραγόντων ή υφισταμένων νομικών δεσμεύσεων του ιδιοκτήτη.
Τούτο αυτό ισχύει και για τις ασφαλιστικές εισφορές, που ο ιδιοκτήτης του οχήματος είναι υποχρεωμένος να καταβάλλει, στα πλαίσια της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 1 εδ. α του π.δ 237/1986 «περί κωδικοποιήσεως των διατάξεων του ν. 489/1976 ( ΦΕΚ Α΄331/1976) περί υποχρεωτικής Ασφαλίσεως της εξ αυτοκινήτων ευθύνης , όπως συμπληρώθηκε και τροποποιήθηκε από το ν. 1569/1985 και τα π.δ 1019/1981 και 118/1985, αλλά και του άρθρ. 7 της Α.Υ.Ε Κ4/585/1978 ( ΦΕΚ Α.Ε και ΕΠΕ 795/1978 ) στην οικεία ασφαλιστική εταιρία στην οποία έχει ασφαλίσει το όχημά του, προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφαλιστική του κάλυψη σε περίπτωση τροχαίου ατυχήματος, της οποίας, δαπάνης, μπορεί να ζητήσει την αναστολή καταβολής αν η διάρκεια της διακοπής είναι μεγαλύτερη των 50 ημερών.
Ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και για τις εισφορές που, επίσης, καταβάλλει ο ιδιοκτήτης επαγγελματικού αυτοκινήτου στο οικείο Ταμείο Ασφαλίσεως Αυτοκινητιστών(ΤΣΑ) για την εξασφάλιση στο μέλλον της συντάξεώς του, αφού και στις τρεις πιο πάνω περιπτώσεις, πρόκειται για δαπάνη ανεξάρτητη από την κυκλοφορία ή όχι του αυτοκινήτου σε συγκεκριμένο χρόνο, και ο ιδιοκτήτης την καλύπτει από τα διαφυγόντα κέρδη, τα οποία ζητεί και θα του επιδικαστούν για όσο χρόνο, το επαγγελματικής χρήσεως αυτοκίνητο, παραμένει λόγω επισκευών ακινητοποιημένο. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ. 8 ΚπολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως «πράγματα» δε κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται ο αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση ( και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντεστάνσεως (ΟλΑΠ 3/1997). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρίθ.9 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από αυτά που ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη, με την έννοια ότι το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε στο διατακτικό ή τις αιτιολογίες με προσόντα διατακτικού επί αιτήματος το οποίο υποβλήθηκε. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 8 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αυτοτελές αίτημα της αγωγής για την επιδίκαση ποσού 44.239 δρχ. (129,83 Ευρώ) που ο ίδιος ο αναιρεσείων, κατέβαλε ως εισφορές στο ΤΣΑ το διάστημα των 20,5 ημερών που το αυτοκίνητο του παρέμεινε στο συνεργείο προς επισκευή. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι με ειδική αιτιολογία στην προσβαλλόμενη απόφαση, εξετάστηκε και απορρίφθηκε το εν λόγω αίτημα αφού, για το ίδιο χρονικό διάστημα, κατά την απόφαση, ο ενάγων ζήτησε (και του επιδικάστηκε) διαφυγόν κέρδος, λόγω της αντίστοιχης απώλειας των εισοδημάτων του.
5. Περαιτέρω με τον 9ο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, από το ίδιο άρθρο 559 αρίθ.9, ότι με το να υπολογίσει τις ακαθάριστες καθ΄ ημέρα απολαβές της χρονικής περιόδου που το αυτοκίνητο παρέμεινε στο συνεργείο προς επισκευή, αντί των καθαρών κερδών που ο ίδιος ζητούσε και να απορρίψει τα αυτοτελή κονδύλια της δαπάνης υπέρ του ΤΣΑ , επιδίκασε κονδύλια που δεν ζητήθηκαν από τον ίδιο και απέρριψε έτερο ζητηθέν αυτοτελές αγωγικό κονδύλιο, ως δήθεν μη νόμιμο. Ο προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού προκύπτει από την απόφαση ότι το ποσό των 20.000 δρχ. ημερησίως αντιπροσωπεύει, όπως ο ίδιος με την αγωγή του ζητούσε και είχε δεχθεί και η πρωτόδικη απόφαση, που δεν διορθώθηκε η αιτιολογία της, καθαρά και όχι ακαθάριστα έσοδα.
6. Με τον ίδιο πιο πάνω τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται περαιτέρω στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 19 του ίδιου Κώδικα, επειδή κατ΄αυτόν η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, εκ του ότι δεν αιτιολογείται: α)αν το ποσό των 20.000 δρχ. που δέχθηκε η απόφαση ότι θα απεκέρδαινε ημερησίως ο αναιρεσείων κατά το χρόνο της παραμονής του αυτοκινήτου στο συνεργείο για επισκευή αντιπροσωπεύει καθαρό ή ακαθάριστο ποσό, β) πως προέκυψαν μόνο οι 12 ημέρες παραμονής του αυτοκινήτου στο συνεργείο, αντί των 20,5 που αναγράφονταν στα σχετικά δελτία της επισκευάστριας του αυτοκινήτου εταιρίας, γ) από πού προκύπτει ότι το αξιούμενο με την αγωγή διαφυγόν κέρδος περιλαμβάνει και την αναλογούσα επί ημερήσιας βάσεως εισφορά υπέρ του ΤΣΑ και πως και από πού προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, αναζήτησε ακαθάριστο διαφυγόν κέρδος λόγω της απώλειας κερδών. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του ,διότι προκύπτει από την απόφαση ότι το ποσό των 20.000 δρχ. ημερησίως αντιπροσωπεύει , όπως προαναφέρθηκε καθαρά έσοδα. Ειδικότερα δέχθηκε η απόφαση ότι «Ο ενάγων εκμεταλλεύονταν το ως άνω φορτηγό (Δημοσίας Χρήσεως) αυτοκίνητό του, προς διενέργεια μεταφορών διαφόρων εμπορευμάτων, επί κομίστρω, διατηρούσε μάλιστα προς τούτο και σχετικό γραφείο – ατομική επιχείρηση (…………… , Ν……..), προς ανάληψη παραγγελιών μεταφοράς εμπορευμάτων και αποκέρδαινε από την εκμετάλλευση του εν λόγω αυτοκινήτου ποσό 20.000 δρχ. ημερησίως κατά μέσον όρο. Δέχθηκε, επίσης, ότι για την εκτέλεση των απαιτουμένων επισκευών, το αυτοκίνητό του παρέμεινε στο συνεργείο επί χρονικό διάστημα 12 εργασίμων ημερών, διάστημα, κατά το οποίο απώλεσε, εκ της μη εκμεταλλεύσεως αυτού ποσό 240.000 δρχ. (20.000 επί 12) και το οποίο, άλλως, μετά πιθανότητα θα απεκέρδαινε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων».Ο όρος εργάσιμες ημέρες δίδει πλήρη απάντηση στον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος , ο οποίος κάνει λόγο στην αγωγή του για 20,5 ημέρες παραμονής στο συνεργείο, επειδή προφανώς δεν έλαβε υπόψη του ότι το διάστημα από 22.12.2000 μέχρι 11.1.2001 , κατά το οποίο το αυτοκίνητο παρέμεινε στο συνεργείο προς επισκευή, συνέπιπτε με την περίοδο των Χριστουγέννων και του νέου έτους και λόγω των αργιών, δεν θα μπορούσε και αν ακόμη δεν μεσολαβούσε το ατύχημα, να εργαστεί επαγγελματικά για το πλέον των 12 ημερών διάστημα. Κατά τα λοιπά ο ίδιος τρίτος από τους λόγους αλλά και οι συναφής τέταρτος και ένατος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το σημείο που με αυτούς αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 ΚΠολΔ για εκ πλαγίου άλλως και επικουρικώς, ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 914,298 και 297 ΑΚ, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν ελλείψεις της αιτιολογίας της απόφασης, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και διότι υπό το πρόσχημα της παραβίασης των επικαλούμενων διατάξεων, πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του εφετείου ως προς το ύψος της ημερήσιας ζημίας των 20.000 δρχ. την οποία το τελευταίο έκρινε ότι υπέστη ο ενάγων – αναιρεσείων και που κατά τον αναιρεσείοντα, για τους ειδικότερους λόγους, που δια μακρών επαναλαμβάνει, είναι ασήμαντο.
7. Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως και αν, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, παραβίαση που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με τον 5ον υπό στοιχεία Α και Γ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται ότι ερμηνεύτηκαν ψευδώς οι διατάξεις 914 και 298 Α.Κ, με το να δεχθεί η απόφαση, ότι μερικώς μόνο αποκαθίσταται η προξενηθείσα ζημία, ότι τα διαφυγόντα κέρδη είναι τα ακαθάριστα και όχι τα καθαρά και ότι οφείλεται μερική και όχι ολική αποκατάσταση των πραγμάτων στην κατάσταση που ήταν πριν από το ζημιογόνο γεγονός. ΄Ετσι που διατυπώνεται ο λόγος, ανεξάρτητα από το ότι παρερμηνεύονται οι παραδοχές της απόφασης, αφού τα ποσά που επιδικάστηκαν είναι για το σύνολο και όχι για μέρος μόνο της ζημίας, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
8. Απορριπτέος, επίσης, ως απαράδεκτος, είναι ο ίδιος υπό στοιχεία 5 (Β) λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 559 αρίθ. 1 ΚΠολΔ) ,με το να μη δεχθεί, ότι: α) τα αξιούμενα με την αγωγή κονδύλια για διαφυγόντα κέρδη (αποθετική ζημία) αφορούν αποκλειστικά και μόνο τα καθαρά και όχι τα ακαθάριστα κέρδη και ότι στα απωλεσθέντα κέρδη από την εκμετάλλευση επαγγελματικού αυτοκινήτου περιλαμβάνονται, οι πάσης φύσεως δαπάνες καυσίμων , ελαίων, τρέχουσες δαπάνες εισφορές του ΤΣΑ, τέλη κυκλοφορίας, ασφάλιστρα κ.λ.π β) ότι οι δαπάνες κονδυλίων τα οποία περιέχονται στα ακαθάριστα διαφυγόντα κέρδη και γενικώς τα απωλεσθέντα εισοδήματα αξιώνονται πάντοτε αυτοτελώς και επιδικάζονται εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, αφού η αποδιδόμενη με το λόγο αυτό πλημμέλεια, δεν αναφέρεται σε παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ΄ αυτόν, αλλά σε αξιολόγηση – εκτίμηση της διατύπωσης του δικογράφου της αγωγής αλλά και της ίδιας της απόφασης, η οποία , εσφαλμένως , κατά τον αναιρεσείοντα, αλλά σε κάθε περίπτωση ανελέγκτως έκρινε, ότι οι καθαρές εισπράξεις του τελευταίου θα ανέρχονταν ημερησίως στις 20.000 δρχ.
9. Με τον υπό στοιχεία 6 λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως που αναφέρεται στις εισφορές προς το Ελληνικό δημόσιο για τέλη κυκλοφορίας (138 δρχ. ημερησίως Χ 20,5 ημέρες) και την πληρωμή ασφαλίστρων (542 δρχ. ημερησίως Χ 20,5 ημέρές) τα οποία, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, κατέβαλε εξ ιδίων χρημάτων από αποθέματα που είχε πριν από το επισυμβάν ατύχημα αποδίδεται η αιτίαση ότι
α) δεν εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των πιο πάνω άρθρων 914, 297 και 298 Α.Κ, άρθρα 12,13 και 15 ν. 2367/1953, για τα τέλη κυκλοφορίας, και άρθρ. 2 παρ.1 εδ. Α Π.Δ 237/1986 προκειμένου για την υποχρεωτική ασφάλιση των αυτοκινήτων,
β)παραβιάστηκαν τα διδάγματα της κοινής πείρας, που υπαγορεύουν ότι ο κάτοχος οποιουδήποτε οχήματος καθώς και ο ιδιοκτήτης καταβάλλει υποχρεωτικά τέλη κυκλοφορίας στο ελληνικό Δημόσιο και ασφάλιστρα σε οποιαδήποτε νομίμως λειτουργούσα στην Ελλάδα Ασφαλιστική Εταιρία. Ο λόγος είναι απορριπτέος κατά το πρώτο μέρος του διότι, όπως προαναφέρθηκε, οι ασφαλιστικές εισφορές και τα τέλη καταβάλλονται εκ του νόμου, ανεξάρτητα από την επέλευση του ατυχήματος και κατά το δεύτερο, ως απαράδεκτος διότι τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας δεν άγουν σε ερμηνεία κανόνα δικαίου αλλά εκτίμηση περιστατικών.
10. Με τον 8ο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, αποδίδεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρίθ. 19 ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη των δύο αγωγικών κονδυλίων για τέλη κυκλοφορίας και ασφαλιστικές εισφορές τα οποία απορρίφθηκαν, ως μη νόμιμα. Ο λόγος είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι για τη στοιχειοθέτηση του λόγου απαιτείται η διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος, που δεν υπάρχει όταν η αγωγή ή το αίτημα απορρίπτεται, όπως εν προκειμένω, ως μη νόμιμο. Πρέπει, επομένως, κατά το μόνο βάσιμο, πρώτο από το άρθρο 559 αρίθ.11 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την υπ΄αρίθ. 4303/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο εφετείο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Δεκεμβρίου 2004 και Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στην Αθήνα, στις 4 Μαρτίου
2005.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                      Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου