Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ


ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΟΜΑΔΙΚΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΜΕΣΩ ΙΝΚΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ


Ενώπιον …..
Τόπος, Ημερομηνία…
Στοιχεία της ένωσης που την υποβάλλει…
Στοιχεία πολιτών που συνυποβάλλουν…
Στοιχεία πληρεξουσίου….

ΘΕΜΑ:
ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΚΑΤΑ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΩΝ ΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΜΕΣΟΥ ΜΕΤΑΝΙΚΗΣΗΣ

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ: Η νομιμότητα της αίτησης
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ: Η νομιμότητα της πράξης μας
31  Περιγραφή της πράξης
32 Η αιτία της πράξης
32 Η νομιμότητα της πράξης
33 Η νομιμότητα μη πληρωμής για αγορά ατομικών δικαιωμάτων
34 Η νομιμότητα της αδυναμίας συναίνεσης στην εκτέλεση                                                                                αντισυνταγματικών διατάξεων νόμων
35 Η νομιμότητα της «αδυναμίας συναίνεσης», ως αναφαίρετο ατομικό μας δικαίωμα στα φιλελεύθερα και δημοκρατικά πολιτεύματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ: Οι προσβαλλόμενες πράξεις και παραλείψεις
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ: Οι Ουσιαστικοί Λόγοι της προσφυγής

            3α Οι Γενικοί λόγοι
            3β Οι Ειδικοί λόγοι
            3γ Οι Ατομικοί λόγοι

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ: Το αίτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ:
Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ
Α) Περί αρμοδιοτήτων του ΙΝΚΑ και εκούσιας δικαιοδοσίας…..
Β) Έννομο συμφέρον των μελών
Γ) Προθεσμίες


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ:

Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΜΑΣ

1ον ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Επί πέντε συναπτά έτη, ομάδες πολιτών, καταθέτουν στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων το συμβολικό ποσό του ενός ευρώ ως πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, και στη συνέχεια καταθέτουν στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. της περιοχής τους αναφορά με αίτημα απάντησης τιτλοφορούμενη ως «Δήλωση-πρόσκληση» συνοδευόμενη από το παράβολο πληρωμής του ενός ευρώ. Αναφερόμενοι στις αρχές, βάσει του άρθρου 10 Σ, ατομικά ή ομαδικά, αναφέρουν το γεγονός της κακής κατάστασης των δρόμων της περιοχής τους, και το γεγονός ότι τα τέλη κυκλοφορίας δεν είναι πλέον ανταποδοτικά. Πραγματικά, με το άρθρο 35 του ν. 3986/2011, τα τέλη κυκλοφορίας δεν ανταποδίδονται στους δήμους για την κατασκευή και συντήρηση του οδικού δικτύου της χώρας, όπως συνέβαινε με τους προηγούμενους νόμους, ενώ ορίζονται ως «στο σύνολό τους έσοδο του δημοσίου», γεγονός που τα καθιστά φόρο. Στη «Δήλωση-πρόσκληση» προς τη Δ.Ο.Υ., εκτός της έλλειψης ανταποδοτικότητας, αναφέρεται ένα πλήθος λόγων που καθιστούν τα τέλη κυκλοφορίας έναν φόρο άδικο και δυσανάλογο προς την αξία του οχήματος και την φοροδοτική ικανότητα μεγάλου μέρους των πολιτών. Το σύνολο των λόγων που εξανάγκασαν και εξαναγκάζουν το μέρος αυτό των πολιτών να μη συναινεί στην πληρωμή των τελών κυκλοφορίας υπάρχει στη σχετική δήλωσή τους που επισυνάπτεται με την παρούσα προσφυγή.

Κατά το τέλος του έτους 2012, οι πολίτες που κατέθεταν αυτή τη δήλωση αναφέροντας την αδυναμία τους να πληρώσουν τα τέλη κυκλοφορίας και εκθέτοντας τους λόγους που τους οδηγούν στη συγκεκριμένη πράξη, έγιναν χιλιάδες, μετατρέποντας την «κίνηση του ενός ευρώ σε κίνημα με πανελλαδική εμβέλεια. Ο λόγος της εξάπλωσης οφείλεται στην γενική αδιαφορία της πολιτείας και στην παράλειψη αιτιολογημένης απάντησης από τη διοίκηση επί της ουσίας του προβλήματος. Η παράλειψη απάντησης, ερμηνεύτηκε από τους πολίτες ως σιωπηλή συναίνεση προς τα δίκαια αιτήματά τους, με αποτέλεσμα το κίνημα να γιγαντώνεται και λίγο πριν τη λήξη του έτους 2013, χιλιάδες πολίτες σε όλη την ελληνική επικράτεια, να επιλέγουν την πληρωμή του ενός ευρώ αντί του συνολικού ποσού των τελών κυκλοφορίας, καταθέτοντας παράλληλα αίτηση-αναφορά (βάσει του άρθρου 10 Σ) δια της οποίας εκθέτουν τους λόγους της πράξης τους και αναμένουν μία αιτιολογημένη απάντηση από την πολιτεία. Παράλληλα κατατέθηκαν και άλλες αιτήσεις από πολίτες που ανέπτυξαν σε βάθος το θέμα, όπως οι αιτήσεις του Ιωάννη Θ. Μανώλη, που επισυνάπτονται στην παρούσα προσφυγή. Οι αιτήσεις αυτές κυκλοφόρησαν μέσω ίντερνετ και κατατέθηκαν επίσης από χιλιάδες πολίτες σε όλη την ελληνική επικράτεια με αίτημα απάντησης ή σε περίπτωση αναρμοδιότητας, προώθησης προς την αρμόδια υπηρεσία αλλά δεν έχουν λάβει μέχρι τώρα ουδεμία απάντηση.

Συγκεκριμένα, ο κ. Ιωάννης Θ. Μανώλης κατέθεσε προς τη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης αίτηση με αρ. πρωτ. 250/3.1.2013, και θέμα: «ΔΗΛΩΣΗ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ ΠΟΥ ΟΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΣΤΙΜΑ. ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣΚΑΙ ΑΙΤΗΣΗ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΑΚΡΟΑΣΗΣ» Μετά την κλήση του σε ακρόαση, απάντησε εγγράφως με αίτηση που κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης με αρ. πρωτ. 5929/6.2.2013 και θέμα:«ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ (βάσει του άρθρου 120 παρ. 2 & 4 του Συντάγματος)». Με την αίτηση αυτή τεκμηρίωσε το γεγονός ότι η πράξη του κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες προσβολής του πολιτεύματος και επιχείρησης κατάλυσης του Συντάγματος με τη βία, είναι καθ’ όλα νόμιμη, ενώ παράλληλα ζήτησε τον έλεγχο της νομιμότητας των υπηρεσιακών ενεργειών της διοίκησης. Ενώ η διοίκηση σε περίπτωση αναρμοδιότητας ή αδυναμίας απάντησης όφειλε να προωθήσει την αίτηση προς την αρμόδια υπηρεσία, δεν το έπραξε, ούτε απάντησε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα επιχειρήματα του αιτούντα πολίτη είναι εύλογα.
2ον Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ
Η κακή κατάσταση των δρόμων της χώρας μας, μιας χώρας με το χειρότερο οδικό δίκτυο στην Ευρώπη, τα περισσότερα θανατηφόρα τροχαία ατυχήματα στην Ευρώπη  και τα υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας παγκοσμίως, υπήρξε η αιτία της παραπάνω αντίδρασης. Η αντίδραση αυτή επεκτάθηκε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, λόγω αύξησης των φόρων γενικά που απαιτούνται για την απόκτηση του δικαιώματος μετακίνησης, σε συνδυασμό με την επιβολή ενός πλήθους άλλων φόρων και την παράλληλη μείωση έως και εξαφάνιση των εισοδημάτων μας. Σήμερα, οι φόροι του δικαιώματος μετακίνησης, σε πολλές περιπτώσεις ισοδυναμούν ή και υπερβαίνουν την αξία του οχήματος, με αποτέλεσμα να λειτουργούν ως φόροι δημευτικοί. Συγκεκριμένα, για ένα όχημα τετρακίνητο 2000 κ.ε. απαραίτητο ως βασικό μέσο μετακίνησης για τους κατοίκους της επαρχίας που έχουν και αγροτικές ασχολίες, οι φόροι δικαιώματος χρήσης για ένα έτος είναι οι εξής: 660 ευρώ τέλη κυκλοφορίας, από 300 ως 400 ευρώ φόρος πολυτελούς διαβίωσης, και έως 2000 ευρώ φόρος τεκμηρίων διαβίωσης, ανάλογα με το εισόδημα. Συνολικά, 4000 ευρώ, για χρήση από άτομο που δεν έχει εισόδημα, και 1000 περίπου ευρώ για χρήση από άτομο με εισόδημα, έως 1660 στην περίπτωση που η πληρωμή των τελών γίνει εκπρόθεσμα. Η αξία τέτοιων αυτοκινήτων λόγω της υψηλής φορολόγησης έχει εκμηδενιστεί, με αποτέλεσμα οι κάτοχοί τους να καλούνται να πληρώνουν κάθε έτος για τη χρήση τους ένα σύνολο φόρων δημευτικών.
Αιτία εξάπλωσης του κινήματος, εκτός από τους παραπάνω λόγους υπήρξε και η παράλειψη της διοίκησης να δώσει μία αιτιολογημένη απάντηση στις αιτήσεις μας, γεγονός που εκλαμβάνεται από τους διαμαρτυρόμενους πολίτες ως σιωπηλή συναίνεση στα δίκαια αιτήματά τους. Γεγονός που βέβαια δεν ευσταθεί, αφού τα τέλη και τα πρόστιμα βεβαιώνονται σιωπηλά μεν αλλά κανονικά.
Αιτία εξάπλωσης του κινήματος, αποτελεί το γεγονός ότι η πράξη μας είναι νόμιμη, όπως θα αποδείξουμε στη συνέχεια της προσφυγής μας, σε αντίθεση με τις πράξεις και παραλείψεις της διοίκησης που στερούνται νομιμότητας, όπως επίσης θα αποδείξουμε ζητώντας την ακύρωσή τους.
Διότι το κράτος, δεν οφείλει μόνον να νομοθετεί, αλλά και να πείθει τους πολίτες ότι οι νόμοι είναι σύμφωνοι με το κοινό αίσθημα δικαίου και το Σύνταγμα, κυρίως όταν οι πολίτες δηλώνουν εγγράφως αδυναμία εφαρμογής ενός νόμου λόγω αντισυνταγματικότητας και ζητώντας την άποψη της Πολιτείας επί αυτού.
Διότι η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια δεν αποτελεί τον μοναδικό τρόπο επίλυσης των διαφορών ουσίας που προκύπτουν στις σχέσεις μεταξύ των πολιτών και του Κράτους.
Διότι:«Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου καιη αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους.
Διότι Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους» (άρθρο 25 Σ)

3ον Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΑΞΗΣ ΜΑΣ


 Για εμάς τους προσφεύγοντες και τις οικογένειές μας, το όχημα για το οποίο δηλώνουμε ότι αδυνατούμε να πληρώσουμε τους φόρους δικαιώματος χρήσης, αποτελεί «βασικό μέσο μετακίνησης», από το οποίο εξαρτάται άμεσα η δυνατότητα της επιβίωσης μας. Καθ’ επέκταση, εξαρτάται άμεσα η δυνατότητα της αξιοπρεπούς μας διαβίωσης, όπως αυτή ορίζεται από το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος, η προστασία της οποίας αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.

Συγκεκριμένα, από το βασικό μέσο μετακίνησης, εξαρτώνται άμεσα:
 Α) Η δυνατότητα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας,  που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρου 5 παρ. 1 Σ.
Δ) Η δυνατότητα της προσωπικής ελευθερίας και της ελεύθερης κίνησης στη Χώρα, που ορίζονται ως ατομικό μας δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 και 4 Σ.
Β) Η δυνατότητα προστασίας της υγείας μας, που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 Σ.
Γ) Η δυνατότητα της εργασίας, που ορίζεται ως ατομικό μας δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Σ.

Η δυνατότητα άσκησης των παραπάνω δικαιωμάτων, προβλέπεται από διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, όπως το «Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα», η «Ευρωπαϊκή σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου» και το ελληνικό Σύνταγμα. Προβλέπεται μάλιστα από τον Ποινικό μας Κώδικα, η ποινή της ισόβιας κάθειρξης για προσβολή του Πολιτεύματος και Εσχάτη Προδοσία, προς όποιον επιχειρήσει με σφετερισμό της ιδιότητάς του ως οργάνου του Κράτους, να καταστήσει ανενεργές, διαρκώς ή προσκαίρως, τις θεμελιώδεις αρχές και θεσμούς του πολιτεύματος, (Π.Κ. άρθρο 134 παρ. 2), μεταξύ των οποίων βρίσκονται «η αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα, και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα», και «η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών μας δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα» (Π.Κ. άρθρο 134Α )

Η δυνατότητα άσκησης των ατομικών και κοινωνικών μας δικαιωμάτων, προκύπτει από το άρθρο 1 του Συντάγματος, δια του οποίου ορίζεται ότι «θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία», καθιστώντας εμάς το λαό κυρίαρχο. Ως κυρίαρχοι, στον εαυτό μας, στις εξουσίες που πηγάζουν από εμάς και στη χώρα μας, θεωρούμε το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης στη χώρα μας αδιαμφισβήτητο και αδιαπραγμάτευτο. Και επειδή, «όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων μας», (άρθρο 25 Σ), θεωρούμε ότι:
τα κρατικά όργανα
·         που μας επιβάλλουν περιορισμούς οι οποίοι δεν προβλέπονται απ’ ευθείας από το Σύνταγμα,
·         που δεν επιφυλάσσονται υπέρ των σχετικών περιοριστικών νόμων
·         και δεν σέβονται την αρχή της αναλογικότητας,

έχουν σφετεριστεί την ιδιότητά τους ως όργανα του Κράτους, προσβάλλοντας το δημοκρατικό μας πολίτευμα και απενεργοποιώντας τις θεμελιώδεις αρχές και θεσμούς του πολιτεύματος αυτού. Κατά συνέπεια ότι διαπράττουν το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, όπως αυτό ορίζεται από τον Ποινικό μας Κώδικα.

Επειδή στην προκειμένη περίπτωση, το αίτημά μας δεν είναι η ποινική δίωξη συγκεκριμένων προσώπων, αλλά η επίλυση μιας διαφοράς ουσίας, επί ενός θέματος που ορίζει τη σχέση μας με το Κράτος, θεωρούμε ότι αρμόδια για την επίλυση αυτή είναι τα Διοικητικά δικαστήρια στα οποία και προσφεύγουμε, προσβάλλοντας συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του κράτους.

Θέτοντας το πρόβλημα ουσίας περιληπτικά, αναφέρουμε ότι στοχεύοντας στον περιορισμό των ατομικών και κοινωνικών μας δικαιωμάτων, οι νομοθέτες δεν δεσμεύονται από το Σύνταγμα, γεγονός που θα αποδείξουμε καταγγέλλοντας τη συνταγματικότητα των νόμων που ορίζουν τη φορολόγηση του δικαιώματος μετακίνησης. Πως ούτε η εκτελεστική εξουσία περιορίζεται από το Σύνταγμα, εφαρμόζοντας δια των οργάνων της τυφλά τους περιοριστικούς νόμους, παρ’ όλο που αυτό απαγορεύεται ρητά από τον Ποινικό Κώδικα, από τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα και τον Κώδικα Δεοντολογίας των αστυνομικών. Καταγγέλλουμε λοιπόν ότι τα κρατικά όργανα αδιαφορούν για το Σύνταγμα και εφαρμόζουν επιλεκτικά τους νόμους, εκτελώντας διαταγές ανωτέρων που στοχεύουν στον περιορισμό των ατομικών μας δικαιωμάτων. Η κατάσταση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί, όπως παρακάτω θα αποδείξουμε, «άρνηση αναγνώρισης του Συντάγματος», «παράβαση καθήκοντος», και «σφετερισμός της ιδιότητάς τους ως οργάνων του Κράτους».

Το Κράτος λοιπόν στην παρούσα φάση, δεν αναγνωρίζει την ελεύθερη άσκηση των ατομικών μας δικαιωμάτων, όπως αυτά ορίζονται από το Σύνταγμα και τις διεθνείς συμβάσεις. Αυτό τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι το Κράτος μας πουλά δικαιώματα, τυποποιημένα με ονόματα όπως «τέλη», «εισφορές», «φόροι», και μάλιστα σε τιμές που υπερβαίνουν τη φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Η πώληση ενός δικαιώματος, αποτελεί τεκμήριο του γεγονότος ότι δεν επιτρέπεται η ελεύθερη άσκησή του. Και η πώληση σε γενικές γραμμές του δικαιώματος της αξιοπρεπούς διαβίωσης, (η οποία στον πολιτισμένο κόσμο προϋποθέτει την διαβίωση σε μία κατοικία με νερό, ρεύμα, θέρμανση, καθώς και την μετακίνηση με ένα αξιόπιστο μηχανοκίνητο όχημα), αποτελεί κατάχρηση εξουσίας που οδηγεί τον κυρίαρχο λαό στην εξαθλίωση, κυρίως μάλιστα όταν η τιμή του δικαιώματος υπερβαίνει την φοροδοτική του ικανότητα.

Μελετώντας το Σύνταγμα της χώρας μας και τις διεθνείς συμβάσεις που η χώρα μας έχει υπογράψει για την προστασία των ατομικών μας δικαιωμάτων, θεωρούμε ότι η πράξη μας είναι αναγκαία και νόμιμη. Για το γεγονός αυτό ενημερώσαμε εγγράφως τις αρμόδιες αρχές, δηλώνοντας πως λειτουργούμε με απόλυτο σεβασμό προς την έννομη τάξη. Ζητώντας από τα κρατικά όργανα μία αιτιολογημένη απάντηση επί των απόψεών μας, και έναν έλεγχο της νομιμότητας των δικών τους ενεργειών.

Συγκεκριμένα, ο κ. Ιωάννης Θ. Μανώλης, με αίτηση που κατατέθηκε στη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης με αρ. πρωτ. 5929/6.2.2013 και θέμα: «ΔΗΛΩΣΗ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΝΟΜΩΝ», τεκμηρίωσε το γεγονός ότι η πράξη του κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες προσβολής του πολιτεύματος και επιχείρησης κατάλυσης του Συντάγματος με τη βία, είναι καθ’ όλα νόμιμη, ενώ παράλληλα ζήτησε τον έλεγχο της νομιμότητας των υπηρεσιακών ενεργειών της διοίκησης. Ενώ η διοίκηση σε περίπτωση αναρμοδιότητας ή αδυναμίας απάντησης όφειλε να προωθήσει την αίτηση προς την αρμόδια υπηρεσία, δεν το έπραξε, ούτε απάντησε, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τα επιχειρήματα του αιτούντα πολίτη είναι εύλογα ενώ η ίδια παρανομεί.
Η «αίτηση ελέγχου της νομιμότητας των υπηρεσιακών ενεργειών» της διοίκησης, που επισυνάπτεται στην παρούσα προσφυγή, περιέχει όλα σχεδόν τα επιχειρήματα της παρούσας αίτησης προσφυγής, και κατά συνέπεια η διοίκηση είναι ενήμερη από τις 6.2.2013, τόσο για τις θέσεις των πολιτών όσο και για τις παράνομες πράξεις και παραλείψεις της που καταγγέλλονται.
Σε γενικές γραμμές με τις αιτήσεις μας έχουμε κάνει γνωστό στη διοίκηση, ότι σύμφωνα με το Σύνταγμα, η διατήρηση του βασικού μέσου μετακίνησης είναι νόμιμη, ακόμη και αν ο πολίτης αδυνατεί να πληρώσει τους επιβαλλόμενους φόρους δικαιώματος μετακίνησης, όταν από την απώλεια του μέσου αυτού θίγονται βασικά ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, και όταν οι επιβαλλόμενοι φόροι υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητά του. Σύμφωνα όμως με τους νόμους, η διατήρηση σε κυκλοφορία του βασικού μέσου μετακίνησης από πολίτες που το έχουν άμεση ανάγκη και αδυνατούν να πληρώσουν τους επιβαλλόμενους φόρους στο σύνολό τους, θεωρείται παράνομη και τιμωρείται με βαρύτατα πρόστιμα. Η αντίφαση αυτή, μεταξύ συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων ως προς τη νομιμότητα μιας πράξης, καθιστά τους σχετικούς νόμους ασύμφωνους προς το Σύνταγμα και κατά συνέπεια μη νόμιμους. Διότι σύμφωνα με την ιεραρχική κατάταξη των νόμων, οι συνταγματικές διατάξεις έχουν ανώτερη ισχύ καθώς το Σύνταγμα αποτελεί το Θεμελιώδη νόμο του Κράτους, εκ του οποίου οι υπόλοιποι νόμοι, οι Προεδρικές και οι Υπουργικές αποφάσεις αποκτούν νομιμότητα.

Κάποιοι νόμοι που αντίκεινται στο Σύνταγμα, αντίκεινται και στην κοινή λογική, καθώς προτείνουν λύσεις ανεπίτευκτες. Η λύση που προτείνεται από το νομοθέτη, προς τους πολίτες που λόγω μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας αδυνατούν να πληρώσουν τα τέλη κυκλοφορίας του βασικού μέσου μετακίνησής τους, είναι να το εγκαταλείψουν, δίχως να λαμβάνουν υπόψη το βαθμό της αναγκαιότητάς του. Η λύση που προτείνουν προς τους αδυνατούντες να πληρώσουν το τέλος επιτηδεύματος, είναι να εγκαταλείψουν την εργασία τους, ενώ η λύση που προτείνουν προς τους αδυνατούντες να πληρώσουν το χαράτσι της πρώτης κατοικίας τους, είναι επίσης να την εγκαταλείψουν. Η λύση που προτείνουν προς τους αδυνατούντες να πληρώσουν το φόρο καυσίμου, είναι να πάψουν να θερμαίνουν το σπίτι τους, ενώ προς αυτούς που αδυνατούν να πληρώσουν τους φόρους τους επιβαλλόμενους μέσω της     ΔΕΗ, (ΕΤΜΕΑΡ, ΥΚΩ κλπ) είναι να κόψουν την ηλεκτροδότηση. Σε γενικές γραμμές, η λύση που προτείνουν προς τους καλούμενους να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη δυσανάλογα προς τις δυνάμεις τους, είναι να εγκαταλείψουν στο σύνολο σχεδόν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται από τις διεθνείς συμβάσεις και το Σύνταγμα. Επί της ουσίας τους ζητούν, να εγκαταλείψουν το Θεμέλιο του Πολιτεύματος που είναι η Λαϊκή Κυριαρχία, κατά παράβαση των βασικών διατάξεων του Συντάγματος. Ζητούν από τους πολίτες να εγκαταλείψουν τα κυριαρχικά τους δικαιώματα όχι μόνον επί της χώρας τους, αλλά ακόμη και επί της ιδιωτικής τους περιουσίας, ακόμη και επί της ίδιας τους της ζωής. Στην ουσία τους ζητούν να εγκαταλείψουν τη ζωή τους ή τη χώρα τους, αφού η επιβίωση δίχως την ύπαρξη των βασικών της προϋποθέσεων είναι αδύνατη.

Η παρούσα αίτησή μας και η πράξη μας η προκύπτουσα εκ της αδυναμίας πληρωμής των φόρων του οχήματός μας αφ’ ενός  και της αδυναμίας ακινητοποίησής του αφ’ ετέρου, είναι νόμιμες για τους κάτωθι βάσιμους και αληθείς λόγους:

Α) Βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, που ορίζει το φορολογικό μας δικαίωμα ως εξής:

 «Oι Έλληνες πoλίτες  συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς».

Υπενθυμίζουμε ότι το άρθρο 4 ανήκει στο Δεύτερο μέρος του Συντάγματος, που ορίζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα. Κατά συνέπεια η συνεισφορά στα δημόσια βάρη αποτελεί ένα δικαίωμα ανταποδοτικό και όχι τυπική υποχρέωση, όπως λανθασμένα διαδίδεται. Υπενθυμίζουμε ότι πουθενά στο Σύνταγμα δεν γίνεται λόγος για «φορολογική υποχρέωση» και κατά συνέπεια ότι κάθε νομοθετική διάταξη που ορίζει τη συνεισφορά στα δημόσια βάρη ως υποχρέωση, είναι αντισυνταγματική. Κυρίως δε, όταν αδιαφορεί για τη φοροδοτική μας ικανότητα και όταν ποινικοποιεί την αδυναμία πληρωμής. Εξίσου αντισυνταγματική είναι κάθε νομοθετική διάταξη που επιβάλλει φόρους μη ανταποδοτικούς και φόρους που δεν αποτελούν συνεισφορά στα δημόσια βάρη (όπως επί παραδείγματι η φορολόγησή μας για την κεφαλαιοποίηση των ιδιωτικών τραπεζών). Αντισυνταγματική είναι τέλος κάθε νομοθετική διάταξη που θέτει διακρίσεις μεταξύ ομάδων πολιτών, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τους πολίτες με χαμηλά εισοδήματα και οδηγώντας τους στην εξαθλίωση. (Στην προκειμένη περίπτωση τους πολίτες που αδυνατούν να αποκτήσουν ένα νέο υβριδικό αυτοκίνητο ώστε να απαλλαγούν απολύτως από τα τέλη κυκλοφορίας)

Β) Βάσει του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «O σεβασμός και η πρoστασία της αξίας τoυ ανθρώπoυ απoτελoύν την πρωταρχική υπoχρέωση της Πoλιτείας.» Κατά συνέπεια η προστασία της ανθρώπινης αξίας αποτελεί και πρωταρχική υποχρέωση της διοίκησης, η οποία υποχρεούται να παρακάμψει τις νομοθετικές διατάξεις που αντίκεινται στην ύψιστη αυτή συνταγματική διάταξη του θεμελιώδους νόμου του κράτους, από την οποία καθορίζεται το κύρος της Πολιτείας. 

Επειδή, το σύνολο των οικονομικών απαιτήσεων του κράτους υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης ομάδας πολιτών, με χαμηλά έως ανύπαρκτα εισοδήματα, καταστρατηγείται ένα πλήθος συνταγματικών διατάξεων που ορίζουν τα δικαιώματά μας όπως:

Το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 1 Σ.

Το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 3 (αφού η προσωπική ελευθερία στερείται για χρέη άνω των 5000 ευρώ προς το δημόσιο, ακόμη και στην περίπτωση που τα χρέη αυτά προέκυψαν δίχως υπαιτιότητα του φορολογούμενου, δίχως δόλο, από πραγματική αδυναμία πληρωμής, και από αντισυνταγματικούς νόμους) Το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, υποστηρίζεται και από το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε από την Ελληνική Βουλή με το νόμο 2462/1997 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι:

«Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση».

Επειδή λοιπόν, η μη πληρωμή των τελών κυκλοφορίας, όπως έχουμε ήδη θέσει, δεν προκύπτει από δόλο ή παράλειψη, αλλά αποκλειστικά από αδυναμία εκπλήρωσης μιας συμβατικής υποχρέωσης, αποτελεί μια εξαίρεση στις προϋποθέσεις επιβολής της προσωποκράτησης για χρέη προς το δημόσιο.

Το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, κατά παράβαση του άρθρου 7 παρ. 3 που ορίζει ότι «η γενική δήμευση απαγορεύεται» και του άρθρου 17 παρ. 1 που ορίζει ότι «η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους» (Αφού η αδυναμία εξυπηρέτησης των φορολογικών απαιτήσεων λόγω μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας, στην προκειμένη περίπτωση η αδυναμία πληρωμής των τελών κυκλοφορίας και του προστίμου, οδηγεί σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ σε κατάσχεση και πλειστηριασμό της περιουσίας, δίχως προστασία ακόμη και της πρώτης κατοικίας.) Επειδή η αξία των οχημάτων μας είναι αμελητέα, εξ’ αιτίας της αδυναμίας πληρωμής των τελών κυκλοφορίας και παράλληλης αδυναμίας ακινητοποίησής τους, κινδυνεύει με κατάσχεση ακόμη και η κύρια κατοικία μας, στερώντας μας ακόμη και αυτό… 

Το δικαίωμα στην κατοικία, κατά παράβαση του άρθρου 9 παρ. 1 Σ, που ορίζει την κατοικία του καθ’ ενός ως άσυλο και του άρθρου 21 παρ. 4 Σ, που ορίζει ότι η πρώτη κατοικία όχι μόνον δεν κατάσχεται, αλλά «η απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Κράτους»

Το δικαίωμα στην εργασία, κατά παράβαση του άρθρου 22 παρ. 1 Σ, αφού λόγω της υπερφορολόγησης που υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα, ένα μεγάλο μέρος πολιτών έχει χάσει ή κινδυνεύει να χάσει τα μέσα εξάσκησης της εργασίας, κυριότερο των οποίων είναι το μέσο μετακίνησης.

Το δικαίωμα της δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση των άρθρων 8 και 20 του Συντάγματος, αφού οι εξαντλημένοι από την υπερφορολόγηση πολίτες, δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν την «παροχή έννομης προστασίας».

Γ) Βάσει του άρθρου 120 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων.» καθώς και ότιδικαιούμαστε και υποχρεούμαστε, να αντιδράσουμε με κάθε μέσον, εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί την κατάλυση του Συντάγματος με τη βία.

Όπως γίνεται φανερό, δια της φορολόγησης πέραν της φοροδοτικής μας ικανότητας, στερούνται σχεδόν στο σύνολό τους τα Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματά μας, όπως αυτά ορίζονται στο Δεύτερο μέρος του Συντάγματος. Βάσει αυτής της διαπίστωσης οδηγούμεθα στο λυπηρό και τρομακτικό συνάμα συμπέρασμα, ότι με τα φορολογικά νομοθετήματα των τελευταίων ετών επιχειρείται η κατάλυση του Συντάγματος με τη βία, γεγονός που μας δικαιοδοτεί και μας υποχρεώνει, βάσει του άρθρου 120 παρ. 4 Σ, να αντιδράσουμε με κάθε μέσο εναντίον των υπευθύνων. Οι υπεύθυνοι στην προκειμένη περίπτωση, δεν είναι ακριβώς οι νομοθέτες αλλά οι νόμοι που λειτουργούν καταλυτικά προς το Σύνταγμα και εναντίον αυτών δικαιούμεθα και υποχρεούμεθα να αντιδράσουμε, δηλώνοντας αδυναμία συναίνεσης στην εκτέλεσή τους. Γεγονός που υποστηρίζεται και από το άρθρο 120 παρ. 2 Σ, σύμφωνα με το οποίο οφείλουμε σεβασμό μόνον προς τους νόμους που συμφωνούν με το Σύνταγμα, και όχι προς όλους γενικά τους νόμους.

«O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων.»

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρ’ όλο που το Σύνταγμα ορίζει σαφώς τις υποχρεώσεις μας, δεν κάνει λόγο για φορολογική υποχρέωση, αλλά για υποχρέωση αντίδρασης με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα, και καθ’ επέκταση το δημοκρατικό μας πολίτευμα με τη βία. Θεωρώντας μάλιστα αυτήν ως θεμελιώδη υποχρέωση, που υπερισχύει έναντι κάθε άλλης υποχρέωσής μας. Στην αντίδραση αυτή οφείλουν να συμμετέχουν ΟΛΑ ΤΑ ΚΡΑΤΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ, βάσει του άρθρου 25 παρ. 1 Σ που ορίζει ότι:

«Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους.Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.»

Το Σύνταγμά μας είναι σαφές: Όλα τα κρατικά όργανα, υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων μας, όπως αυτά ορίζονται στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος και όπως τα εξέθεσα. Δηλαδή το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική ζωή, το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, το δικαίωμα στην πρώτη κατοικία, το δικαίωμα στη δημιουργία και συντήρηση της οικογένειας, το δικαίωμα στην παιδεία, το δικαίωμα στην εργασία, και το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας. Τα παραπάνω δικαιώματα προϋποθέτουν το δικαίωμα στη μετακίνηση, το οποίο επίσης έχει στερηθεί σε μια μεγάλη μερίδα πολιτών, λόγω του ύψους των φόρων καυσίμων, των τελών κυκλοφορίας, των τεκμηρίων διαβίωσης και των διοδίων.

Ο συγκεκριμένος περιορισμός στα δικαιώματα αυτά, όπως έχει τεθεί στις μέρες μας λόγω των οικονομικών απαιτήσεων του Κράτους που υπερβαίνουν τη φοροδοτική μας δυνατότητα, δεν προβλέπεται απ’ ευθείας από το Σύνταγμα αλλά από νόμους, προς τους οποίους σύμφωνα με το άρθρο 25 του Συντάγματος, όλα τα κρατικά όργανα, υποχρεούνται να διατηρούν την επιφύλαξή τους (επιφύλαξη ως προς τη συνταγματικότητα). Διότι, ο περιορισμός των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον αλλά προσβάλλει τους θεμελιώδεις θεσμούς του πολιτεύματος, οδηγώντας το κράτος σε κατάλυση. Η άποψή μας υποστηρίζεται από το άρθρο 25 παρ. 2 και 4 του Συντάγματος, που ορίζουν ότι:

«2.H αναγνώριση και η πρoστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων τoυ ανθρώπoυ από την Πoλιτεία απoβλέπει στην πραγμάτωση της κoινωνικής πρoόδoυ μέσα σε ελευθερία και δικαιoσύνη.»
«4. To Kράτoς δικαιoύται να αξιώνει από όλoυς τoυς πoλίτες την εκπλήρωση τoυ χρέoυς της κoινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.»

Παρομοίως λοιπόν και εμείς, δικαιούμεθα να αξιώνουμε από το κράτος και από όλα τα κρατικά όργανα την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, ενός χρέους που απαιτεί να ανακόψουν κάθε νομοθετική διάταξη που έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του Συντάγματος προσβάλλοντας τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, τους θεμελιώδεις θεσμούς του πολιτεύματος και, αμέσως ή εμμέσως το ίδιο το Πολίτευμα. Το δικαίωμα και την υποχρέωση ανακοπής των αντισυνταγματικών νόμων, τα κρατικά όργανα το αποκτούν τόσο από το άρθρο 25 του Συντάγματος, για χάρη της ανεμπόδιστης άσκησης των δικαιωμάτων μας, όσο και από τον ίδιο τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα, (νόμο 3528/2007) δια του άρθρου 19 που τους υποχρεώνει να υπακούν το Σύνταγμα, δια του άρθρου 24 που τους υποχρεώνει να πιστεύουν στο Σύνταγμα και δια του άρθρου 25 παρ. 3 που τους υποχρεώνει να μην εκτελούν διαταγές «προδήλως αντισυνταγματικές» , αναφέροντάς το χωρίς αναβολή. Η πίστη στο Σύνταγμα υποχρεώνει τους κρατικούς λειτουργούς, όταν αντιμετωπίζουν νομοθετικές διατάξεις που έρχονται σε αντίθεση με αντίστοιχες συνταγματικές, ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ, διότι σύμφωνα με την ιεραρχική κατάταξη των νόμων, το Σύνταγμα αποτελεί τον θεμελιώδη νόμο του κράτους και έχει υπερνομοθετική ισχύ.

Για τους λόγους αυτούς, και αφού παραθέσουμε τους γενικούς, ειδικούς και ατομικούς λόγους που τεκμηριώνουν το αίτημά μας, ζητούμε να γίνει δεκτή και να εξεταστεί προσεκτικά η προσφυγή μας κατά των πράξεων και παραλείψεων της διοίκησης που περιορίζουν τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματά μας.

Πριν όμως παραθέσουμε τους λόγους της προσφυγής μας, θα θέλαμε να τεκμηριώσουμε με έναν επιστημονικότερο τρόπο, που θεμελιώνεται στη Φιλοσοφία του Δικαίου αφ’ ενός και στους διεθνείς κανόνες Δικαίου που επικρατούν στα φιλελεύθερα και δημοκρατικά πολιτεύματα αφ’ ετέρου, τη βασιμότητα και νομιμότητα των κάτωθι δικαιωμάτων μας:

Α) Του δικαιώματος μη πληρωμής για εξαγορά δικαιωμάτων κατοχυρωμένων από το Σύνταγμα.
Β) Του δικαιώματος μη συναίνεσης στην εκτέλεση νόμων που λειτουργούν καταλυτικά προς το Σύνταγμα και το Δημοκρατικό μας Πολίτευμα.


3ΟΝ Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΓΙΑ ΑΓΟΡΑ ΑΤΟΜΙΚΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ

Τα ατομικά δικαιώματα και η δυνατότητα της ελεύθερης άσκησής τους, ορίζονται από διεθνείς συμβάσεις που έχει υπογράψει και η χώρα μας, ως αναφαίρετα, όπως επί παραδείγματι το «Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα» του ΟΗΕ, που κυρώθηκε με το νόμο 2462/1997 (ΦΕΚ Α’ 25/26.2.97) Όταν ένα δικαίωμα ορίζεται ως αναφαίρετο, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το κράτος που το υιοθετεί, δεν νομιμοποιείται να το παρέχει υπό όρους, δηλαδή να το πουλά στους πολίτες του, και να το αφαιρεί σε περίπτωση αδυναμίας πληρωμής του!!! Θεωρείται επίσης αυτονόητο, πως σε μια τέτοια περίπτωση, η δήλωση αδυναμίας πληρωμής με ταυτόχρονη απαίτηση άσκησής του από τους πολίτες είναι καθόλα νόμιμη, ακόμη και αν η βουλή του εν λόγω κράτους έχει νομοθετήσει για το αντίθετο! Διότι οι διεθνείς συμβάσεις (και το Σύνταγμα) αποτελούν διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος και πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη από όλα τα κρατικά όργανα, σε κάθε περίπτωση που αυτές έρχονται σε αντίθεση με μία νομοθετική διάταξη, Προεδρικό διάταγμα ή Υπουργική απόφαση. Η στέρηση του δικαιώματος στην προκειμένη περίπτωση είναι παράνομη και πρέπει να τιμωρείται από το νόμο. Επειδή το δικαίωμα ορίζεται ως ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ, οι πολίτες έχουν δικαίωμα να το ασκούν, ακόμη και όταν αυτό απαγορεύεται από τους εσωτερικούς νόμους της χώρας και από τα κρατικά όργανα. Εδώ βέβαια προκύπτει μία διαφορά ουσίας μεταξύ των πολιτών και του Κράτους, που θα πρέπει να επιλυθεί στα διοικητικά δικαστήρια. Επειδή όμως στη χώρα μας, η προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια αποτελεί ένα ακόμη αναφαίρετο δικαίωμα που μπορούμε να αποκτήσουμε μόνον επί πληρωμή και με μεγάλη καθυστέρηση, ένα δικαίωμα που προσφέρεται επιλεκτικά μόνον στην εύπορη κοινωνική τάξη, το δικαίωμα άσκησης ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ατομικού δικαιώματος, παραμένει αναφαίρετοακόμη και στην περίπτωση που ο πολίτης αδυνατεί να πληρώσει το δικαίωμα προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια της χώρας του.

Σε περίπτωση λοιπόν αφαίρεσης ενός διεθνώς αναγνωρισμένου ατομικού δικαιώματος, λόγω αδυναμίας εξαγοράς του από το κράτος, όπως το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης, αυτός που παρανομεί είναι το κράτος και όχι ο πολίτης που αδυνατεί να πληρώσει κάτι που ήδη κατέχει δωρεάν! Διότι, σύμφωνα με το ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΜΦΩΝΟ
ΓΙΑ ΤΑ ΑΤΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ που έχει υπογράψει και η χώρα μας, λαμβάνεται υπόψη ότι:
·         Σύμφωνα με τις αρχές του χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η αναγνώριση της εγγενούς αξιοπρέπειας και των ίσων και αναφαίρετων δικαιωμάτων όλων των μελών της ανθρώπινης κοινωνίας αποτελεί τη βάση της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο
·         Τα δικαιώματα αυτά πηγάζουν από την εγγενή αξιοπρέπεια του ατόμου (και όχι από τη δυνατότητα εξαγοράς τους!!)
·         Σύμφωνα με την οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το ιδεώδες του ελεύθερου ανθρώπου, που απολαμβάνει ατομική και πολιτική ελευθερία και είναι απελευθερωμένος από το φόβο και την αθλιότητα, μπορεί να επιτευχθεί μόνον εάν δημιουργηθούν συνθήκες κάτω από τις οποίες κάθε άνθρωπος θα μπορεί να απολαμβάνει τα ατομικά και πολιτικά του δικαιώματα, καθώς και τα οικονομικά, κοινωνικά και πολιτιστικά του δικαιώματα,
·         Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών επιβάλλει στα Κράτη την υποχρέωση να προάγουν τον παγκόσμιο και πραγματικό σεβασμό των δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Συμφώνου:

«Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ένας λαός να στερηθεί τα μέσα επιβίωσής του.»

Στην παρούσα προσφυγή, ορίζουμε το βασικό μέσο μετακίνησης, ως μέσο αναγκαίο για την επιβίωση μας και κατά συνέπεια σε καμία περίπτωση δεν είναι δίκαιο και νόμιμο να το στερηθούμε, ακόμη και αν αδυνατούμε να εξαγοράσουμε από το κράτος μας το δικαίωμα χρήσης του.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3,
Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση:
α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους,
β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής,
γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή.»

Στην παρούσα φάση, παρ’ όλο που χιλιάδες πολίτες σε όλη την Ελλάδα, καταθέτουν αιτήσεις και εξώδικα προς τις αρμόδιες αρχές, διεκδικώντας το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης στη χώρα, το δικαίωμα χρήσης ενός βασικού μέσου μετακίνησης και το δικαίωμα της αξιοπρεπούς τους διαβίωσης που θίγεται λόγω της υπερφορολόγησης, καμία αρχή ακόμη δεν απάντησε, ως όφειλε, ούτε επί των αιτημάτων μας, ούτε καν επί του δικαιώματος μας για μια πρόσφορη προσφυγή. Απεναντίας υποστηρίζουν, ότι ακόμη και αυτό το διεθνώς αναγνωρισμένο δικαίωμα προσφυγής, θα πρέπει να το αγοράσουμε από το «Κράτος πωλητή ατομικών Δικαιωμάτων», έναντι μιας απρόσιτης για τα λαϊκά στρώματα αμοιβής!!!! Στην περίπτωση αδυναμίας προπληρωμής όλου του ποσού των τελών κυκλοφορίας, το κράτος πουλά το δικαίωμα της προσφυγής, με τιμή ίση προς το ύψος των τελών! (Καθώς αυτόματα επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ύψος των τελών, και το δικαίωμα προσφυγής αποκτάται με την προκαταβολή του 50% της συνολικής οφειλής. Σε αυτό το ποσό θα πρέπει να προστεθεί το κόστος των παραβόλων, των κοινοποιήσεων και της δικηγορικής αμοιβής και όλα αυτά μέσα σε στενή χρονική προθεσμία). 

Επειδή όπως ήδη έχουμε εκθέσει, και όπως θα αποδείξουμε, παραθέτοντας τους γενικούς και ειδικούς λόγους της παρούσας προσφυγής, η φορολόγηση του δικαιώματος μετακίνησης (ήτοι τέλη κυκλοφορίας, φόρος πολυτελούς διαβίωσης, φόρος από τεκμήρια διαβίωσης λόγω κατοχής αυτοκινήτου) δεν είναι τέλη που ανταποδίδονται στους δρόμους, ούτε φόροι σύμφωνοι με το άρθρο 4 παρ. 5 και άρθρο 78 του Συντάγματος, αλλά τέλη εξαγοράς ενός ατομικού δικαιώματος, θεωρούμε ότι η δήλωση αδυναμίας πληρωμής του με ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος είναι νόμιμη.


4ΟΝ Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ, ΣΤΗΝ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΝΟΜΩΝ.

Η επιβολή φόρων απ’ το κράτος, βασίζεται στο άρθρο 4, παρ. 5 του Συντάγματος, εκ του οποίου προκύπτει η υποχρέωση συνεισφοράς χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις μας. Ενώ στο άρθρο 78 με τίτλο «Φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση» ορίζεται η υποχρέωση του κράτους να μην μας επιβάλλει ούτε να εισπράττει φόρους χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους στις οποίες αυτός αναφέρεται.
Με τα δύο αυτά άρθρα ορίζεται μία συμφωνία Κυρίων, ένα Συμβόλαιο του Κράτους με το Λαό, βάσει του οποίου ο μεν λαός υποχρεούται να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη, το δε κράτοςυποχρεούται να επιβάλλει φόρους βάσει των όρων του συγκεκριμένου συμβολαίου και όχι αυθαίρετα. Βέβαια, τα δύο αυτά άρθρα, αποτελούν μέρος του συμβολαίου που ορίζει τη φορολογία, καθώς το Συμβόλαιο με το Λαό είναι όλο το Σύνταγμα. Σύμφωνα με το Σύνταγμα, το κράτος αναλαμβάνει ένα πλήθος υποχρεώσεων απέναντι στο λαό, οι βασικότερες των οποίων είναι οι εξής:
Α) Η διατήρηση της μορφής του πολιτεύματος, όπως αυτό ορίζεται στο πρώτο μέρος, ούτως ώστε θεμέλιο αυτού να είναι η λαϊκή κυριαρχία, και όλες οι εξουσίες να πηγάζουν από το λαό, να υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και να ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Η άσκηση όλων των εξουσιών ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, είναι μια βασική διάταξη που αν προσβληθεί από την πλευρά της πολιτείας, λύεται η υποχρέωση συνεισφοράς των πολιτών στα δημόσια βάρη, διότι το αντικείμενο της συνεισφοράς δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου που ορίζει την υποχρέωση, αλλά υπόκειται στις απροσδιόριστες πλέον ορέξεις των καταχραστών της εξουσίας. Η άσκηση των εξουσιών ασύμφωνα προς το Σύνταγμα, αφήνει το αντικείμενο της συνεισφοράς μας απροστάτευτο, με κίνδυνο να υπεξαιρεθεί ή να μην χρησιμοποιηθεί πως όφελος του δημοσίου συμφέροντος.

Η παραβίαση του πρώτου άρθρου του Συντάγματος, όπου ορίζονται οι βασικές διατάξεις, στοιχειοθετεί την χειρότερη  κατάχρηση εξουσίας, που συνιστά το έγκλημα της Εσχάτης Προδοσίας, (άρθρο 134 και 134Α του Π.Κ) ενώ παράλληλα ενεργοποιεί μια νέα υποχρέωση των πολιτών, που ορίζεται με την ακροτελευταία διάταξη (άρθρο 120) η οποία συμπληρώνει την υποχρέωση την οριζόμενη με το άρθρο 4. Διότι όταν δεν τηρείται το Σύνταγμα, προκύπτει ένα νέο «δημόσιο βάρος» αυτό της «αντίστασης με κάθε μέσο» εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία.
Είναι σαφέστατο εδώ, ότι ο συντακτικός νομοθέτης αναφέρεται κυρίως στην νομοθετική βία, βάσει της οποίας η εκτελεστική εκβιάζει τους πολίτες. Διότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, η κρατική βία ασκείται βάσει την νόμων και όχι αυθαίρετα, ή βάσει της υπεροχής ενός ύψιστου μονάρχη. Το γεγονός ότι μόνον δια της κρατικής βίας μπορεί να επιχειρηθεί η κατάλυση του Συντάγματος, βεβαιώνεται από το ότι μόνον το κράτος έχει τη νομιμοποίηση και τα μέσα άσκησης οργανωμένης βίας, ενώ η ενδεχόμενη βία των πολιτών είναι ανίσχυρη, ανοργάνωτη και το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι μικρές υλικές καταστροφές.
Ο κύριος ύποπτος λοιπόν για επιχείρηση κατάλυσης του Συντάγματος είναι η κρατική εξουσία, ενώ οι τρόποι κατάλυσης διευκρινίζονται στο δεύτερο βιβλίο του Ποινικού μας Κώδικα, και στο κεφάλαιο με τίτλο «Προσβολές του Πολιτεύματος». Συγκεκριμένα, στο άρθρο 134, παρ. 2, η προσβολή του δημοκρατικού πολιτεύματος, επιχειρείται με σφετερισμό (ιδιοποίηση) της ιδιότητας των οργάνων του κράτους, όταν τα κρατικά όργανα επιχειρούν να καταλύσουν ή να αλλοιώσουν ή να καταστήσουν ανενεργά, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στην λαϊκή κυριαρχία, ή θεμελιώδεις αρχές ή θεσμούς του πολιτεύματος αυτού. Γίνεται φανερό, ότι η αλλοίωση και η απενεργοποίηση των θεσμών, επιτυγχάνεται κυρίως με την ψήφιση και εφαρμογή αντισυνταγματικών διατάξεων, δια των οποίων αντικαθίστανται οι αντίστοιχες συνταγματικές.
Στην περίπτωση αυτή, λόγω του ύψιστου κινδύνου, η υποχρέωση των πολιτών που ορίζεται από την ακροτελευταία διάταξη του Συντάγματος, για αντίσταση με κάθε μέσο, υπερισχύει έναντι της οριζόμενης υποχρέωσης από το άρθρο 4 παρ.5, δια της οποίας προκύπτει η υποχρέωση της φορολογίαςΣε γενικές γραμμές πρέπει να εκτιμηθεί, ότι η αντίσταση με κάθε μέσο σε καθεστώς εσχάτης προδοσίας, αποτελεί μεγαλύτερη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, από την εισφορά εκ του ασφαλούς ενός μικρού χρηματικού ποσού. Ότι η αντίσταση αυτή, εξυπηρετεί καλύτερα το δημόσιο συμφέρον, αφού η πληρωμή των φόρων σε καθεστώς εσχάτης προδοσίας, εξυπηρετεί κατά πάσα πιθανότητα, το ιδιοτελές συμφέρον των σφετεριστών.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Θα μπορούσε να συνυπάρχει, η τήρηση της υποχρέωσης της οριζόμενης από το άρθρο 4 παρ. 5, του Συντάγματος, με την τήρηση της υποχρέωσης που ορίζεται δια του άρθρου 120, παρ. 4; Η απάντηση είναι ναι, με επιφύλαξη ως προς τη νομιμότητα της κυβέρνησης, άρα και τη νομιμότητα είσπραξης, όταν η επιβολή φόρων γίνεται σύμφωνα με το άρθρο 78 του Συντάγματος, περί φορολογίας και δημοσιονομικής διαχείρισης. Ενώ η απάντηση είναι όχι, όταν η επιβολή φόρων γίνεται με αντισυνταγματικές διατάξεις. Διότι η πληρωμή των φόρων που προκύπτουν από αυτές, είναι μια δήλωση συναίνεσης η οποία έρχεται σε αντίθεση με την υποχρέωση αντίστασης με κάθε μέσο, όπως αυτή ορίζεται από την ακροτελευταία διάταξη.
Η δήλωση μη συναίνεσης κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, είναι καθ’ όλα νόμιμη,βάσει του δικαιώματος που μας προσφέρει το Σύνταγμα δια του άρθρου 120, σύμφωνα με το οποίο: 2 O σεβασμός στo Σύνταγμα και τoυς νόμoυς πoυ συμφωνoύν με αυτό και η αφoσίωση στην Πατρίδα και τη Δημoκρατία απoτελoύν θεμελιώδη υπoχρέωση όλων των Eλλήνων. Ο μη συναινών πολίτης λοιπόν με αντισυνταγματικές διατάξεις νόμων, θέτει σε σύγκριση την υποχρέωση πληρωμής φόρων με τη θεμελιώδη υποχρέωση του σεβασμού προς το Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό. Επειδή η υποχρέωση η οριζόμενη από το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, δεν ορίζεται ως θεμελιώδης, γίνεται αυτονόητο πως στη συνείδηση του ευσυνείδητου πολίτη, υπερτερεί η υποχρέωση του σεβασμού προς το σύνταγμα, βάσει της οποίας ακυρώνεται η υποχρέωση συναίνεσης σε αντισυνταγματικούς νόμους.
Το δικαίωμά μας να κρίνουμε τη συνταγματικότητα ενός νόμου ή των διατάξεών του, και το δικαίωμα γενικότερα των Ελλήνων πολιτών που έχουν πατριωτισμό, προκύπτει από το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Η τήρηση του Συντάγματοςεπαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Βάσει αυτών, η τήρηση του Συντάγματος, δεν επαφίεται στους ειδικούς, όπως οι ακαδημαϊκοί, οι νομικοί και οι πολιτικοί, αλλά στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Κατά συνέπεια, το δικαίωμα τήρησης άρα και κρίσης της συνταγματικότητας των νόμων προκύπτει από τον πατριωτισμό και όχι από την εξειδίκευση. Διότι ένας ειδήμων αλλά όχι πατριώτης, ενδέχεται να κρίνει ιδιοτελώς τη συνταγματικότητα ενός νόμου, και με τρόπο που δεν εξυπηρετεί το Εθνικό συμφέρον, ενώ ο πατριώτης, θα κρίνει βάσει της πατριωτικής συνείδησής του που δεν του επιτρέπει να αγνοεί το δημόσιο συμφέρον το οποίο άλλωστε υπερασπίζεται και το Σύνταγμα. Η ταύτιση της πατριωτικής συνείδησης με το Σύνταγμα, απορρέει από τον κοινό στόχο, που είναι η εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος.
Το άρθρο 120 δια της 4ης παραγράφου, μας επιτρέπει όχι μόνον να κρίνουμε αλλά και να πράττουμε σύμφωνα με το Σύνταγμα, ακόμη και όταν οι πράξεις μας αυτές αντίκεινται στους νόμους. Διότι η αντίφαση μιας σύμφωνης προς το Σύνταγμα πράξης, με έναν νόμο, τεκμηριώνει την αντισυνταγματικότητα του νόμου και όχι την έλλειψη νομιμότητας της πράξης, καθώς η νομιμότητα της πράξης απορρέει από τον Θεμελιώδη νόμο και όχι από τον αντισυνταγματικό. Το δικαίωμα να πράττουμε σύμφωνα με το Σύνταγμα και όχι σύμφωνα με τον αντισυνταγματικό νόμο, προκύπτει ως δικαίωμα να αντιδρούμε με κάθε μέσο, εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να καταλύσει το Σύνταγμα με τη βία. Στην προκειμένη περίπτωση, καταλύτης του Συντάγματος είναι ο αντισυνταγματικός νόμος, ενώ η βία, είναι η νομοθετική βία, η επιχειρούμενη δια της εκτελεστικής εξουσίας.
Η αμφισβήτηση εν τέλει, του δικαιώματος των πολιτών που κατέχουν πατριωτισμό, να κρίνουν τη συνταγματικότητα των νόμων και να πράττουν σύμφωνα με το σύνταγμα, ανάγεται σε αμφισβήτηση του πατριωτισμού των Ελλήνων, διότι το δικαίωμα αυτό, είναι ένα αναφαίρετο συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα, που αναιρείται μόνον στην περίπτωση έλλειψης πατριωτισμού.

5ΟΝ Η ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗΣ, ΩΣ ΑΝΑΦΑΙΡΕΤΟ ΑΤΟΜΙΚΟ ΜΑΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΑ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΑ,
Η αξίωση ενός πολιτεύματος να θεωρείται δημοκρατικό, προκύπτει απ’ το γεγονός ότι αναγνωρίζει το Λαό ως τη μόνη πηγή εξουσίας και ότι προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών, που σύμφωνα με τη Φιλοσοφία του Δικαίου διακρίνονται σε κοινωνικά, πολιτικά και ατομικά.

Ως κοινωνικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν θετικό περιεχόμενο, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και αξίωση οικονομικών παροχών (status positivus).

Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus).

Ως ατομικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν αρνητικό περιεχόμενο, διασφαλίζουν τη νομική κατάσταση αρνητικά και θεμελιώνουν αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας (status negativus).

Το δικαίωμα λοιπόν μη συναίνεσης στις επιβολές της κρατικής εξουσίας, αποτελεί ένα θεμελιώδες ατομικό μας δικαίωμα, που αδυνατεί να μας αφαιρέσει κάθε εξουσία η οποία αξιώνει να θεωρείται δημοκρατική.

Στην αρχαία Ελλάδα από την οποία πηγάζει η έννοια του δικαίου όπως την αποδεχόμαστε έως σήμερα, η ατομική ελευθερία ήταν πραγματική κατάσταση και όχι νομική κατοχύρωση, στοιχείο το οποίο επαληθεύεται αν ανακαλέσουμε στη μνήμη τη διαπίστωση:

"εν μέρει άρχειν και άρχεσθαι".

Οι λόγοι για τους οποίους ο Σωκράτης αρνήθηκε να εκτελέσει νόμους του Κράτους δηλώνοντας πολιτική ανυπακοή ήταν τρεις:
α) Ανυπακοή λόγω παρανομίας του νόμου: Όταν αρνήθηκε να συμπράξει στην εκτέλεση των Αθηναίων αξιωματούχων οι οποίοι, μετά τη νίκη τους στη ναυμαχία των Αργινουσών, δεν περισυνέλεξαν τους νεκρούς Αθηναίους. Προέβαλε ως επιχείρημα ότι η συγκεκριμένη εντολή ήταν παράνομη.
β) Ανυπακοή λόγω αυθαίρετου καθεστώτος: Όταν το καθεστώς των τριάκοντα τυράννων απευθύνθηκε στο Σωκράτη ζητώντας του να φέρει προς εκτέλεση έναν ύποπτο Αθηναίο, ο Σωκράτης αρνήθηκε διότι δεν όφειλε υπακοή σε μια εντολή που προερχόταν από αυθαίρετο καθεστώς.
γ) Ανυπακοή λόγω άσκησης ατομικού δικαιώματος: Στην απολογία του ο Σωκράτης λέει ότι αν οι δικαστές της Ηλιαίας τον αφήσουν ελεύθερο υπό τον όρο ότι θα σταματήσει τη διδασκαλία του, αυτός δεν θα τους υπακούσει διότι αποτελεί ατομικό του δικαίωμα η ελεύθερη διάδοση των ιδεών του.
Στους τρεις αυτούς λόγους μπορούμε να προσθέσουμε και την:
δ) Ανυπακοή λόγω μη πειστικότητας: Σε ένα χωρίο από τον Κρίτωνα, ο Σωκράτης λέει στον μαθητή του «Ή θα με πείσεις, ή θα με ακούσεις», κάνοντας σαφές ότι υπακοή οφείλουμε στους άλλους, (είτε είναι άτομα, είτε δικαστές, είτε νομοθέτες), όταν μας έχουν πείσει για τη λογικότητα των αιτημάτων τους, και όχι επειδή μας τα επιβάλλουν δια της βίας. Γι’ αυτό και κάθε νομοθετική διάταξη πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση, όπως και κάθε δικαστική απόφαση να τεκμηριώνεται λογικά και νομικά.

Από τα παραπάνω προκύπτουν οι όροι της νομιμότητας μιας σχέσης δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας νομιμοποιούνται οι απαιτήσεις της εξουσίας προς στους πολίτες. Ο όρος της νομιμότητας του νόμου, (και στην προκειμένη περίπτωση της συνταγματικότητας), ο όρος της νομιμότητας του καθεστώτος, (που στην προκειμένη περίπτωση νομιμοποιείται όταν κατευθύνει την γενική πολιτική του Κράτους σύμφωνα με το Σύνταγμα) ο όρος του σεβασμού των ατομικών μας δικαιωμάτων, και ο όρος της πειστικότητας των επιχειρημάτων και των προθέσεων. 

Παραδείγματα πολιτικής ανυπακοής έχει γνωρίσει αρκετά η ιστορία της ανθρωπότητας. Ωστόσο, τα πιο πρόσφατα από αυτά είναι το παράδειγμα το Θορώ (αρνήθηκε να πληρώσει ένα φόρο γιατί διαφωνούσε με τον πόλεμο που διεξήγαν οι ΗΠΑ), της Ρόζας Παρκς (παρότι μαύρη στο χρώμα μπήκε σε λεωφορείο που η πρόσβαση επιτρεπόταν μόνο σε λευκούς), του Μαχάτμα Γκάντι και του Μπέρτραντ Ράσελ (η στάση τους ευνοούσε μια αντίληψη περί ειρηνιστικής ανυπακοής). Ο δρόμος για τη νομική κατοχύρωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων είναι μακρύς. Η αφετηρία του βρίσκεται στον ύστερο Μεσαίωνα, όταν ο άνθρωπος χειραφετείται από την Εκκλησία και ακολούθως από το Μονάρχη. Τα αιτήματα της αστικής τάξης αποτέλεσαν πολιτικές αποφάσεις, καθώς αλλού επιβλήθηκαν (Γαλλία) και αλλού υιοθετήθηκαν (Αγγλία). Ακολούθως, οι αποφάσεις αυτές για να διατηρήσουν την ισχύ τους εντάχθηκαν σε Σύνταγμα.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πουθενά στο Ελληνικό Σύνταγμα, ένα Σύνταγμα που θεμελιώνει το Δημοκρατικό Πολίτευμα της Χώρας μας, δεν αναφέρεται η υποχρέωση των πολιτών για υπακοή, με εξαίρεση τους κρατικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των υπηρεσιακών τους καθηκόντων. Και υπό αυτή την εξαίρεση όμως προβλέπεται το δικαίωμα της πολιτικής ανυπακοής από τον δημοσιοϋπαλληλικό κώδικα (ν. 3528/2007) στο άρθρο 25 παρ. 3 που ορίζει ότι: «Αν η διαταγή είναι προδήλως αντισυνταγματική ή παράνομη, ο υπάλληλος οφείλει να μην την εκτελέσει και να το αναφέρει χωρίς αναβολή».

Βάσει αυτών, θεωρούμε νομιμότατη και υποχρεωτική τη δήλωση αδυναμίας συναίνεσης στην εκτέλεση διαταγής ή διάταξης νόμου που έχουμε κρίνει ως αντισυνταγματική,  όταν μάλιστα η πράξη μας (ή καλύτερα η μη πράξη) συνοδεύεται από εμπρόθεσμη αναφορά προς τις αρμόδιες αρχές. Η νομιμότητα της μη πράξης μας τεκμηριώνεται και από το άρθρο 120 παρ. 2 Σ, που ορίζει ότι:

«Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και του νόμους που συμφωνούν με αυτό, και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων».

Κατά συνέπεια, όχι μόνον υπακοή δεν οφείλουμε προς τους νόμους που δεν συμφωνούν με το Σύνταγμα, αλλά ούτε καν σεβασμό, και οφείλουμε να τους καταγγέλλουμε δείχνοντας τον σεβασμό μας προς το Σύνταγμα και την αφοσίωση προς την Πατρίδα και τη Δημοκρατία. Αξίζει να σημειωθεί, ότι αυτή είναι μία θεμελιώδης υποχρέωση, ασφαλώς μεγαλύτερης ισχύος από την δήθεν υποχρέωση υπακοής σε αντισυνταγματικούς νόμους. Το μέγεθος της εν’ λόγω υποχρέωσης τονίζεται στην παράγραφο 4 του άρθρου 120, που μας ορίζει ως επιτηρητές του Συντάγματος επαφίοντας την τήρησή του σε εμάς και όχι στην κρατική εξουσία, νομιμοποιώντας μας και υποχρεώνοντάς μας να αντιστεκόμαστε με κάθε μέσο σε κάθε περίπτωση που θεωρούμε ότι επιχειρείται η κατάλυσή του με τη βία.

Η τήρηση λοιπόν και επιτήρηση του Συντάγματος, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα, διότι με την τήρησή του από την κρατική εξουσία, επιτυγχάνουν οι πολίτες την ελευθερία τους. Οφείλουμε να τηρούμε και επιτηρούμε το Σύνταγμα, αν θέλουμε να είμαστε ελεύθεροι, τόσο από τους ξένους εχθρούς που επιβουλεύονται την ελευθερία μας, όσο και από τους εγχώριους.

Στο επίπεδο των θεμελιωδών δικαιωμάτων η ελευθερία καθιερώνεται με διττό τρόπο: αφενός ως αυτονομία, αφετέρου ως συμμετοχή. Ως αυτονομία θεωρούνται τα ατομικά δικαιώματα , ενώ ως συμμετοχή θεωρούνται τα πολιτικά δικαιώματα. Τα μεν ως "δικαιώματα του ανθρώπου" εγγυώνται την αποχή της κρατικής εξουσίας, τα δε ως "δικαιώματα του πολίτη" εγγυώνται τη συμμετοχή στη διαμόρφωση και την άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι το Σύνταγμα περιλαμβάνει κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν αφενός την οργάνωση και την άσκηση της κρατικής εξουσίας και αφετέρου, τις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και πολιτών. Δια του συντάγματος λοιπόν καθορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας το κράτος επιβάλλει τη θέλησή του στους πολίτες μέσω των κρατικών λειτουργών,δίχως όμως να δύναται να αξιώσει την στέρηση των θεμελιωδών ατομικών μας δικαιωμάτων,κυριότερο των οποίων είναι το δικαίωμα της αποχής από τις απαιτήσεις της κρατικής εξουσίας.

Η άσκηση του αρνητικού αυτού ατομικού δικαιώματος, δεν αναιρεί το δικαίωμα άσκησης των κοινωνικών και πολιτικών μας δικαιωμάτων, βάσει των οποίων αξιώνουμε την παροχή ορισμένων υπηρεσιών και την αξίωση οικονομικών παροχών, καθώς και την άσκηση των πολιτικών μας δικαιωμάτων, βάσει των οποίων αξιώνουμε το δικαίωμα της συμμετοχής στην κρατική εξουσία. Διότι το δημοκρατικό σύστημα διακυβέρνησης, προστατεύει το σύνολο των θεμελιωδών μας δικαιωμάτων, και όχι μέρος μόνον αυτών υπό όρους. Κατά συνέπεια, η άσκηση του αρνητικού ατομικού δικαιώματος δια της απαίτησης αποχής από τις απαιτήσεις της κρατικής εξουσίας, δεν αναιρεί την άσκηση των κοινωνικών και πολιτικών μας δικαιωμάτων.Γενικότερα, η άσκηση του δικαιώματος της ατομικής ελευθερίας, δεν δύναται να μας στερήσει το δικαίωμα της συμμετοχής στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι.

Η πάγια αυτή άποψη της Φιλοσοφίας του Δικαίου, από την οποία απορρέει το Συνταγματικό Δίκαιο των δημοκρατικών χωρών, ως προς τα θεμελιώδη δικαιώματα που εγγυάται στους πολίτες ένα πολίτευμα δημοκρατικό, κατοχυρώνεται ως βασική διάταξη ανεπίδεκτη αναθεωρήσεως με το άρθρο 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:

1.  Το πολίτευμα της Ελλάδος είναι … Δημοκρατία
2.  Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία
3.  Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.

Κατά συνέπεια, ο Έλλην Πολίτης είναι ελεύθερος, κυρίαρχος και πηγή εξουσίαςΩς πηγή εξουσίας και κυρίαρχος του εαυτού του, δικαιούται να συμμετέχει ή να απέχει κατά βούληση στην εξουσία, που αποτελεί απορροή του. Ακριβώς όπως ο κάθε Δημιουργός, δικαιούται με βάση τη δική του βούληση, να αποδέχεται ή να απορρίπτει το έργο του.

Βάσει αυτών των θεμελιωδών θεσμών και αρχών του δημοκρατικού πολιτεύματος, που ουδείς δύναται να καταστήσει ανενεργά, να αλλοιώσει ή να καταλύσει δίχως η πράξη του να εκληφθεί ως κακούργημα εσχάτης προδοσίας (σύμφωνα με το άρθρο 134 παρ. 2 του Ποινικού μας Κώδικα περί προσβολής του πολιτεύματος) το δικαίωμα της μη συναίνεσης στη θέληση του κράτους που εκτελείται μέσω των κρατικών λειτουργών, είναι απαραβίαστο ως θεμελιώδες ατομικό μας δικαίωμα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο άρθρο 134Α του Π.Κ. θεμελιώδης αρχή και θεσμός του πολιτεύματος θεωρείται μεταξύ των άλλων και η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα, τα οποία σύμφωνα με το συνταγματικό δίκαιο είναι αρνητικά δικαιώματα που ορίζουν το δικαίωμα μη συμμετοχής στην κρατική εξουσία και κατά συνέπεια το δικαίωμα μη συναίνεσης.

Θεωρείται δεδομένο, ότι στα δημοκρατικά πολιτεύματα, «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό», γνωρίζουμε παρ’ αυτά ότι είναι ανέφικτος ο αυτοκαθορισμός του λαού με ομόφωνη παμψηφία. Για το λόγο αυτόν, θεσπίζεται ως θεμελιώδες δικαίωμα το δικαίωμα της αποχής από την κρατική εξουσία, προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων της εκάστοτε μειοψηφίας. Διότι το δικαίωμα της ελευθερίας, δεν είναι δυνατόν να το επικαλείται η πλειοψηφία που καθορίζει τον τρόπο της εξουσίας, διότι δεν είναι δυνατόν να ζητά να απελευθερωθεί από τις επιλογές της. Σίγουρα όμως σε μια χώρα φιλελεύθερη, δικαιούνται να απελευθερωθούν από τις επιλογές της πλειοψηφίας οι μειοψηφούντες, καθώς και αυτοί σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Συντάγματος, είναι κυρίαρχοι, και σύμφωνα με την παρ. 3 αποτελούν πηγή εξουσίας.

Η επιβολή της πλειοψηφίας στη μειοψηφία, είναι μια αδυσώπητη μορφή δυναστείας, που δεν αρμόζει σε ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό πολίτευμα. Για το λόγο αυτόν η πλειοψηφία που διαμορφώνει τους τρόπους της εξουσίας, αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών της, παρέχοντας το δικαίωμα της ανευθυνότητας στην διαφωνούσα μειοψηφία, που κατά συνέπεια δύναται να απέχει από τη θέληση του Κράτους, ορίζοντας με τον δικό της τρόπο την ύπαρξή της.

Το δικαίωμα της ελευθερίας και μη συναίνεσης, στη θέληση του Κράτους που ορίζεται από την πλειοψηφία, κατοχυρώνεται από την βασική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος που δεν επιδέχεται αναθεώρησης και σύμφωνα με την οποία «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Κατά συνέπεια ως πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας ορίζεται ο σεβασμός της διαφορετικότητας, καθώς σε αυτήν έγκειται η ιδιαίτερη αξία του κάθε ανθρώπου που τον καθιστά μοναδικό. Ο σεβασμός και η προστασία της διαφορετικότητας, ορίζονται και από τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που έχει υπογράψει η χώρα μας, καθώς  σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του Συντάγματος, υποχρεούται να ακολουθεί τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκοντας την εμπέδωση της ειρήνης και της δικαιοσύνης.

Μελετώντας στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος, τον τρόπο που ορίζονται τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, διαβάζουμε ότι:

Άρθρο 4 παρ. 1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου.
1.  Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Μελετώντας τα δικαιώματα αυτά κατά το μέρος που ορίζονται ως ατομικά δικαιώματα, αναγνωρίζουμε το δικαίωμα μη συμμετοχής μας σε αυτά, και κατά συνέπεια το δικαίωμα να έχουμε λιγότερα έως καθόλου δικαιώματα και υποχρεώσεις. Παρομοίως το δικαίωμα να είμαστε λιγότερο από ίσοι έως ανύπαρκτοι ενώπιον του νόμου, στην περίπτωση που επιλέγουμε να ανήκουμε σε μια μειοψηφία που ορίζει διαφορετικά την αξία της ζωής, η οποία σε κάθε περίπτωση προστατεύεται από το Σύνταγμα. Για το λόγο αυτό, στο άρθρο 232Α του Π.Κ. επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση ακόμη και η παραβίαση δικαστικών αποφάσεων, μια εξαίρεση που«εξαρτάται από την ύπαρξη στο πρόσωπο του αρνούμενου να συμμορφωθεί ιδιαίτερων προϋποθέσεων, για να ασκήσει τις τεχνικές, καλλιτεχνικές ή επιστημονικές ικανότητές του και η άρνησή του δεν οφείλεται σε δυστροπία του».

Λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο που ορίζονται τα θεμελιώδη δικαιώματα, διακρινόμενα σε ατομικά, κοινωνικά και πολιτικά, συμπεραίνουμε ότι το άρθρο 4 παρ. 5 που ορίζει ότι «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», αναφέρεται σε ένα κοινωνικό και πολιτικό μας δικαίωμα, και όχι σε μια ατομική υποχρέωση που επιβάλλεται μάλιστα δια της καταναγκαστικής υπακοής! Αυτό είναι αυταπόδεικτο και από το γεγονός, ότι το άρθρο 4 ανήκει στο δεύτερο μέρος του Συντάγματος που ορίζει τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και όχι τις υποχρεώσεις μας!. Η συμμετοχή λοιπόν στα δημόσια βάρη, αποτελεί δικαίωμα, και όχι υποχρέωση όπως λανθασμένα έχουν αντιληφθεί οι σύγχρονοί μας πολιτικοί.

Επαναφέρω τους ορισμούς των δικαιωμάτων για να γίνει ευκολότερα κατανοητό, ότι η συμμετοχή στα δημόσια βάρη, δεν είναι ούτε ατομικό, ούτε κοινωνικό δικαίωμα, αλλά ένα δικαίωμα αμιγώς πολιτικό, καθώς μόνον ως πολιτικό δικαίωμα μπορεί να οριστεί η αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου στην κρατική εξουσία.

Ως κοινωνικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν θετικό περιεχόμενο, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και αξίωση οικονομικών παροχών (status positivus).

Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus).

Ως ατομικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν αρνητικό περιεχόμενο, διασφαλίζουν τη νομική κατάσταση αρνητικά και θεμελιώνουν αξίωση για αποχή της κρατικής εξουσίας (status negativus).

Το δικαίωμα λοιπόν της φορολόγησης, μπορούν να αξιώσουν μόνον όσοι «διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή τους στην κρατική εξουσία». Γενικά, οι ενεργοί πολίτες, που διαμορφώνουν τον τρόπο της κρατικής εξουσίας. Το δικαίωμα της φορολόγησης, γίνεται αντιληπτό ως δικαίωμα να διαμορφώσουν με τα χρήματά τους το παρόν και το μέλλον της χώρας τους, που εξειδικεύεται σε δικαίωμα διαμόρφωσης του παιδαγωγικού συστήματος, του νομικού συστήματος, του οικονομικού συστήματος, των αρχιτεκτονικών προτιμήσεων, της εξωτερικής πολιτικής κλπ. Το δικαίωμα αυτό βέβαια δημιουργεί και μια κοινωνική υποχρέωση, καθώς οι αξιώνοντες κοινωνικά δικαιώματα, θεμελιώνουν αξίωση για παροχή ορισμένων υπηρεσιών και οικονομικών παροχών από τους κρατούντες. Μόνον υπ’ αυτόν τον όρο, το δικαίωμα της συμμετοχής στα δημόσια βάρη μπορεί να εννοηθεί και ως υποχρέωση.

Με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας το κράτος επιβάλλει φόρους στους πολίτες, και επί αυτής, θεμελιώνεται όλο το νόμιμο φορολογικό σύστημα. Αφήνω λοιπόν να εννοηθεί, ότι κάθε άλλη απαίτηση του κράτους δεν είναι έννομη, και δεν ορίζεται από καμία νόμιμη σχέση αλλά επιβάλλεται μονομερώς και δια της βίας κατά κατάλυση του Συντάγματος και των ορισμών του Συνταγματικού Δικαίου γενικότερα.

Ενώ λοιπόν, με το άρθρο 4, παρ. 5, ορίζεται η έννομη σχέση δημοσίου δικαίου βάσει της οποίας οι ενεργοί πολίτες αξιώνουν το δικαίωμα της συμμετοχής στα δημόσια βάρη, με το άρθρο 78 που τιτλοφορείται «Φορολογία και δημοσιονομική διαχείριση» ορίζεται ο τρόπος φορολόγησης, δια του οποίου το κράτος επιβάλλει στους δικαιούχους φόρους, σύμφωνα με τυπικούς νόμους που στην ουσία νομοθετούν δια των αντιπροσώπων τους οι ίδιοι οι δικαιούχοι.

Σύμφωνα με το άρθρο 78 παρ. 1, Σ «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος». Από τον ορισμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων συνεπάγεται, ότι υποκείμενα της φορολογίας μπορούν να θεωρηθούν μόνον τα άτομα που θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή στην κρατική εξουσία:

«Ως πολιτικά εννοούνται εκείνα εκ των θεμελιωδών δικαιωμάτων, τα οποία διαθέτουν ενεργητικό περιεχόμενο και θεμελιώνουν αξίωση για συμμετοχή του υποκειμένου του στην κρατική εξουσία (status activus).»

Αν λοιπόν το υποκείμενο της φορολογίας δεν αξιώνει πολιτικά δικαιώματα, ούτε δικαιούται ούτε υποχρεούται να συμμετέχει στα δημόσια βάρη, και κατά συνέπεια απαλλάσσεται κάθε φορολογικής υποχρέωσης, ακόμη και του φόρου καυσίμου, του φόρου καπνού και αλκοολούχων ποτών, ακόμη και της πληρωμής του ΦΠΑ που επιβαρύνει τις καθημερινές καταναλωτικές του ανάγκες.

Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε, ότι είναι δύσκολη η διακυβέρνηση της χώρας με πολίτευμα δημοκρατικό, από καιροσκόπους, τυχοδιώκτες και λαοπλάνους, που αφ’ ενός αγνοούν την πολιτική επιστήμη, ενώ αφ’ ετέρου ως κύριο στόχο έχουν την εκμετάλλευση του λαού. Η αδυναμία των ανίκανων πολιτικών να κυβερνήσουν με τρόπο δημοκρατικό, οδήγησε τη χώρα μας στην εξαθλίωση και όχι η τήρηση των θεμελιωδών θεσμών του δημοκρατικού πολιτεύματος, των θεσμών που λόγω ανικανότητας των πολιτικών άρχισαν να τίθενται υπό αμφισβήτηση και όχι λόγω της μη λειτουργικότητάς τους. Η αδυναμία των ανίκανων πολιτικών να κυβερνήσουν με τρόπο δημοκρατικό, τους εξώθησε στη νομιμοποίηση της βουλευτικής τους ασυλίας, προς κάλυψη και παραγραφή των κατ’ εξακολούθηση ποινικών αδικημάτων τους.

Το γεγονός ότι πουθενά στο σύνταγμα δεν αναφέρεται ότι η τήρηση του δημοκρατικού πολιτεύματος επιτυγχάνεται δια των πολιτικών που αυτοορίζονται ως εθνοσωτήρες, επιβάλλοντας δια της βίας τα μεγαλόπνοα σχέδιά τους, τους επιτρέπει να μας αδειάσουν δίχως τύψεις τη γωνιά, αφήνοντάς μας να διαχειριστούμε με νομιμότερους τρόπους την τύχη της χώρας μας. Διότι, οι ανίκανοι πολιτικοί, πέραν της αδυναμίας τους να ικανοποιήσουν τα κοινωνικά δικαιώματα, εγγυώμενοι για την ύπαρξη ενός κοινωνικού κράτους δικαίου, επεμβαίνουν με τα άστοχα νομοθετήματά τους στην φυσική αυτορρύθμιση των πολιτών, δια της οποίας επετεύχθη η επιβίωση των λαών για χιλιάδες χρόνια. Η κοινωνική αυτορρύθμιση, είναι μια φυσική διαδικασία επιβίωσης, που δεν απαιτεί την παρέμβαση του οργανωμένου κράτους. Σε περιόδους οικονομικών κρίσεων, πολέμων κλπ, κατά τις οποίες η κρατική μέριμνα καθίσταται αδύνατη, οι λαοί επιβιώνουν χάρη στην ικανότητα της αυτορρύθμισης που ενισχύει την αυτοοργάνωση και τις σχέσεις αλληλεγγύης. Το δυσάρεστο με τους νόμους των ανίκανων πολιτικών, είναι ότι ενώ δεν προσφέρουν τίποτα ουσιαστικό στην κοινωνία, περιορίζουν τις ατομικές ελευθερίες παρεμβαίνοντας με τρόπο καταστροφικό στο δικαίωμα της αυτορρύθμισης. 

Η ελευθερία αξίωσης των ατομικών δικαιωμάτων, είναι αυταπόδεικτη και απαλλάσσεται κάθε υποχρέωσης, με τον όρο ότι δεν γίνεται κατάχρηση δικαιώματος που επιβαρύνει τα δικαιώματα των άλλων. Η αξίωση όμως πολιτικών δικαιωμάτων θέτει στους δικαιούχους ύψιστες πολιτικές ευθύνες, που όταν δεν εναρμονίζονται προς το συμβόλαιο που έχουν υπογράψει με το λαό για τον τρόπο δίκαιης διακυβέρνησης, δηλαδή με το Σύνταγμα, μετατρέπονται σε ποινικές.

Λόγω της αξίωσης πολιτικών δικαιωμάτων από κάποια μέλη της κοινωνίας, δικαιωμάτων που τους επιτρέπουν να καθορίζουν την τύχη της, ορίζεται μία συμφωνία Κυρίων, ένα Συμβόλαιο του Κράτους με το Λαό, βάσει του οποίου ο μεν λαός δικαιούται να συνεισφέρει στα δημόσια βάρη, συμμετέχοντας και αυτός στον καθορισμό της τύχης του, το δε κράτος υποχρεούται να επιβάλλει φόρους στους δικαιούχους βάσει των όρων του συγκεκριμένου συμβολαίου και όχι αυθαίρετα. Σύμφωνα με το συγκεκριμένο συμβόλαιο, που στην προκειμένη περίπτωση είναι το Σύνταγμα, το κράτος αναλαμβάνει ένα πλήθος υποχρεώσεων απέναντι στο λαό, η βασικότερη των οποίων είναι η διατήρηση της μορφής του πολιτεύματος, όπως αυτό ορίζεται στο πρώτο μέρος, ούτως ώστε θεμέλιο αυτού να είναι η λαϊκή κυριαρχία, και όλες οι εξουσίες να πηγάζουν από το λαό, να υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και να ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Η άσκηση όλων των εξουσιών ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ, είναι μια βασική διάταξη που αν προσβληθεί από την πλευρά της Πολιτείας, λύεται η υποχρέωση συνεισφοράς των δικαιούχων πολιτών στα δημόσια βάρη, διότι το αντικείμενο της συνεισφοράς δεν χρησιμοποιείται σύμφωνα με τους όρους του Συμβολαίου που ορίζει την υποχρέωση, αλλά υπόκειται στις απροσδιόριστες πλέον ορέξεις των καταχραστών της εξουσίας.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ:
ΟΙ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΕΙΨΕΙΣ
1ΟΝ ΠΕΡΙΛΗΠΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ
Προσφεύγουμε κατά:
Α) της παράλειψης  της διοίκησης να απαντήσει στις αιτήσεις μας
Ή κατά της απάντησης για έλλειψη αιτιολογίας επί της ουσίας της διαφοράς.
Εμείς οι προσφεύγοντας κατά … της παράλειψης της διοίκησης να απαντήσει εντός εύλογης προθεσμίας στις αιτήσεις μας….
… καταθέσαμε εμπρόθεσμα (δηλαδή πριν τη λήξη πληρωμής των τελών κυκλοφορίας για το έτος 2014 ) αιτήσεις-αναφορές προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. δια των οποίων αναφέραμε την αδυναμία μας να πληρώσουμε τα τέλη κυκλοφορίας που αντιστοιχούν στο βασικό μέσο μετακίνησής μας, λόγω μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας και λόγω αδυναμίας εκτέλεσης διατάξεων νόμων που επιχειρούν την κατάλυση του Συντάγματος με τη βία.
Θεωρώντας ότι η φορολόγηση του δικαιώματος χρήσης ενός βασικού μέσου μετακίνησης, με ποσά που υπερβαίνουν τη φοροδοτική μας ικανότητα. αντίκειται στο Σύνταγμα, και ότι η εγκατάλειψη του βασικού μέσου μετακίνησής μας θα οδηγούσε σε στέρηση των θεμελιωδών ατομικών και κοινωνικών μας δικαιωμάτων, (όπως αυτά ορίζονται από το Σύνταγμα της χώρας μας και τις διεθνείς συμβάσεις προστασίας των ατομικών μας δικαιωμάτων) σκεφτήκαμε με βάση τους νόμους και αποφασίσαμε ότι:
Είναι νόμιμη η διατήρηση του βασικού μέσου μετακίνησής μας ακόμη και στην περίπτωση που αδυνατούμε να προπληρώσουμε όλο το ποσό που αντιστοιχεί στους φόρους δικαιώματος μετακίνησης στη χώρα μας για το έτος 2014. Αναφέραμε τη σκέψη μας και την απόφασή μας στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. με αιτήσεις-αναφορές πριν τη λήξη του έτους 2013, ζητώντας μία αιτιολογημένη απάντηση αν θεωρηθεί ότι η σκέψη μας είναι λανθασμένη, ώστε, αν πεισθούμε για το λάθος των ισχυρισμών μας, να πράξουμε σύμφωνα με τις υποδείξεις της. Επίσης ζητήσαμε σε περίπτωση αναρμοδιότητας, να προωθηθούν οι αιτήσεις μας προς την αρμόδια υπηρεσία και να ενημερωθούμε εγγράφως γι’ αυτό, όπως ορίζει ο κώδικας διοικητικής διαδικασίας.
Παρ’ αυτά, η διοίκηση παρέλειψε να μας απαντήσει εντός εύλογης προθεσμίας, (ή μας απάντησε δίχως επαρκώς αιτιολογημένη απάντηση επί της ουσίας) με αποτέλεσμα να μας επιτρέψει εμμέσως να θεωρούμε ορθή και νόμιμη την απόφασή μας, να διατηρούμε το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης στη χώρα μας, βάσει του Συντάγματος και των διεθνών κανόνων δικαίου, παρακάμπτοντας το γεγονός ότι η πράξη αυτή αντιβαίνει σε κάποιους εσωτερικούς κανονισμούς περί φορολόγησης του δικαιώματος μετακίνησης με ποσά που υπερβαίνουν τη φοροδοτική μας ικανότητα.
Για τους λόγους αυτούς, τους λόγους που έχουμε εκθέσει αναλυτικά στις αιτήσεις μας προς τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ και για τους λόγους που παρουσιάζουμε με την παρούσα προσφυγή, θεωρούμε νόμιμη την πράξη μας, και ζητούμε επί αυτής την κρίση του δικαστηρίου σας. 


  Επίσης:  
Β) Κατά της παράλειψης της Διοίκησης να μας αποστείλει ατομική διοικητική πράξη,προς πλήρη γνώση της σε βάρος μας καταλογιστικής πράξης φορολόγησης του οχήματός μας, για τα έτη 2013 και 2014,  η οποία αποτελεί νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής και από την έκδοση της οποίας αρχίζει η προθεσμία άσκησης προσφυγής.
Γ) Κατά της παράλειψης της Διοίκησης να μας ενημερώσει για τους τρόπους της εξωδικαστικής και δικαστικής μας προστασίας, δηλαδή για το δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής και για τις καταληκτικές προθεσμίες.

Δ) Κατά της πράξης της Διοίκησης να βεβαιώσει εν αγνοία μας, μέσω TAXISNET το ποσό του φόρου πολυτελούς διαβίωσης (κατ. Άρθρο 44 ν. 4111/2013), το ποσό των τελών κυκλοφορίας του 2013 (κατ. Άρθρο 35 ν. 3986/2011) και το πρόστιμο (ίσο με το ποσό των τελών) λόγω μη προκαταβολής όλου του ποσού, δίχως να μας έχει προηγουμένως αποστείλει ατομική ειδοποίηση καταλογιστικής πράξης, από την ημερομηνία της οποίας αρχίζει η προθεσμία της προσφυγής. Δεδομένου ότι, το διοικητικό όργανο, διαρκούσης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, κωλύεται να προβεί στην ταμειακή βεβαίωση του συνολικού ποσού του χρέους, διότι το χρέος οριστικοποιείται μόνον με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. 

Ε) Κατά της πράξης της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, (Γ.Γ.Π.Σ.),αποστολής μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας στα αστυνομικά όργανα, χρηματικών καταλόγων δήθεν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας, πριν τα τέλη αυτά βεβαιωθούν. Με αποτέλεσμα τα αστυνομικά όργανα να προβαίνουν στη λήψη διοικητικών μέτρων όπως η αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, (σύμφωνα με το νόμο 4093/2012 υποπαρ. Ε.7) πριν οι οφειλές βεβαιωθούν από την εφορία, δηλαδή πριν την ύπαρξη πραγματικής οφειλής.

ΣΤ) Κατά της Υπουργικής Απόφασης ΠΟΛ 1055/21.03.2013 δια της οποίας ορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης των τελών κυκλοφορίας του έτους 2013 και επόμενων ετών, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και των τυχόν οφειλόμενων προστίμων επ’ αυτών.



2ΟΝ. ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ

…………………………………….
Α. ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ
Προσφυγή κατά της παράλειψης της Διοίκησης να μας αποστείλει ατομική διοικητική πράξη, (δυνάμενη να προσβληθεί σε διοικητικά δικαστήρια) προς πλήρη γνώση της σε βάρος μας καταλογιστικής πράξης της φορολόγησης του οχήματός μας για τα έτη 2013 και 2014,  η οποία αποτελεί νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής και από την έκδοση της οποίας αρχίζει η προθεσμία άσκησης προσφυγής.
Σύμφωνα με το νόμο 4093/2012 υποπαρ. Ε7 «1… Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση αυτών». Αυτή η νομοθετική διάταξη όμως, δεν καθιστά νόμιμη την παράλειψη της διοίκησης να ενημερώσει τους κατόχους οχημάτων που δεν κατέβαλλαν εμπρόθεσμα τον φόρο του οχήματός τους, (ήτοι τα τέλη κυκλοφορίας, και τον φόρο πολυτελούς διαβίωσης) σχετικά με το δικαίωμα εξωδικαστικής και δικαστικής προστασίας καθώς και τις προθεσμίες άσκησης προσφυγής, αποστέλλοντάς τους μία ατομική ειδοποίηση πριν τη βεβαίωση της οφειλής, ώστε να αρχίσει η προθεσμία της προσφυγής, καθιστώντας  τη βεβαίωση σύμφωνη με τον Κ.Ε.Δ.Ε.
Ζητούμε να προηγηθεί έλεγχος της νομιμότητας είσπραξης των τελών κυκλοφορίας  ΔΙΟΤΙ:
ΔΕΝ επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντος ποσού, εάν προηγουμένως ο υπόχρεος ΔΕΝ έχει λάβει ΠΛΗΡΗ γνώση της σε βάρος του καταλογιστικής πράξης η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής (ΕΣ Ι Τμ. 574/2008, 1791/2007,1406, 994/2006, ΣτΕ 1620/2005, 2282/2000).
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 παρ. 1 και 2 του ν.δ. 356/1974 «Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)», προκύπτει ότι νόμιμος τίτλος, με βάση τον οποίο μπορεί να γίνει είσπραξη των εσόδων του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. ως προς τα οποία προβλέπεται η εφαρμογή του, είναι: α) η κατά τους κείμενους νόμους και ο από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρμόδιες κατά το νόμο αρχές προσδιορισμός του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας της οφειλής του, β) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα αποδεικνυόμενη οφειλή και γ) η από δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα πιθανολογούμενη, κατά την έννοια του άρθρου 347 Κ.Πολ.Δ, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής οφειλή. Στο άρθρο 4 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. ΄Αμα τη βεβαιώσει ποσού τινος εις το Δημόσιο Ταμείον ως δημοσίου εσόδου ο Διευθυντής του Δημοσίου Ταμείουυποχρεούται επί πειθαρχική αυτού ευθύνη να αποστείλη προς τον οφειλέτην ατομικήν ειδοποίησιν, δυνάμενος και να κοινοποιήσει ταύτην, περιέχουσαν τα στοιχεία του οφειλέτου, το είδος και το ποσόν του χρέους, το οικονομικόν έτος εις ο ανήκει τούτο, τον αριθμόν και την χρονολογίαν του τριπλοτύπου βεβαιώσεως και την χρονολογίαν πληρωμής του χρέους ή εκάστης δόσεως εις περίπτωσιν καταβολής εις δόσεις. . .».
Περαιτέρω στην παρ. 2 του άρθρου 217 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (ΦΕΚ Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Ανακοπή χωρεί κατά κάθε πράξης που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης και, ιδίως, κατά: α) της πράξης της ταμειακής βεβαίωσης του εσόδου, β) της κατασχετήριας έκθεσης . . .» και στο άρθρο 224 ότι, «1. … 4. Στην περίπτωση της ανακοπής κατά της ταμειακής βεβαίωσης, επιτρέπεται ο παρεμπίπτων έλεγχος, κατά το νόμο και τα πράγματα, του τίτλου βάσει του οποίου έγινε η βεβαίωση, εφόσον δεν προβλέπεται κατ` αυτού ένδικο βοήθημα που επιτρέπει τον έλεγχό του κατά το νόμο και την ουσία ή δεν υφίσταται σχετικώς δεδικασμένο». Η πρόβλεψη ένδικων βοηθημάτων, που παρέχουν εξουσία ελέγχου του τίτλου κατά το νόμο και την ουσία, έχει ως συνέπεια ότι με την ανακοπή, των άρθρων 217 επόμ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που ασκείται κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής, δεν επιτρέπεται να προβληθούν λόγοι που ανάγονται σε νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες των καταλογιστικών αυτών πράξεων, οι οποίες συνιστούν το νόμιμο τίτλο της ταμειακής βεβαίωσης.
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις, συνάγεται ότι, όλα τα δημόσια έσοδα, προερχόμενα από δασμούς, φόρους και λοιπά δικαιώματα του Δημοσίου, προκειμένου να καταστούν εισπράξιμα, υπόκεινται σε ταμειακή βεβαίωση (εν στενή εννοία βεβαίωση) με την έννοια της βάσει οριστικοποιηθέντος νομίμου τίτλου συντάξεως χρηματικού καταλόγου και καταχωρίσεως αυτού στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων της οικείας Δ.Ο.Υ. Ο νόμιμος τίτλος και εν προκειμένω η καταλογιστική πράξη, οριστικοποιείται στην περίπτωση αυτή με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής. Στη συνέχεια, επί εμπρόθεσμης άσκησης προσφυγής, εάν απερρίφθη αίτηση αναστολής εκτελέσεως, δύναται να βεβαιωθεί «ταμειακώς» το σύνολο της οφειλής και, επί της οφειλής, σε περίπτωση άπρακτης παρόδου, διαδοχικώς, των προθεσμιών που τάσσονται στο άρθρο 5 του ΚΕΔΕ προκειμένου περί ληξιπρόθεσμων χρεών και στο άρθρο 6 παρ. 1 του ΚΕΔΕ που αφορά σε προσαυξήσεις λόγω εκπρόθεσμης καταβολής, δύναται να επιβληθούν τα ανωτέρω πρόσθετα βάρη (ΣτΕ 3435/2010).
Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 Κ.Ε.Δ.Ε. προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Εκτελεστή δε διοικητική πράξη στο στάδιο της είσπραξης του εσόδου πριν από την έναρξη της εκτέλεσης είναι η πράξη της ταμειακής βεβαίωσης του χρέους ως εσόδου του Δημοσίου («βεβαίωση στενής έννοιας»), η οποία ως ανωτέρω ελέχθη, είναι προσβλητή ενώπιον των τακτικών διοικητικών Δικαστηρίων, όχι δε η «ατομική ειδοποίηση» που αποστέλλεται μετά τη βεβαίωση αυτή προς τον οφειλέτη. Τούτο, διότι η «ατομική ειδοποίηση» δεν αποτελεί παρά πράξη απλής ανακοίνωσης της Διοίκησης προς το διοικούμενο, η οποία και στερείται εκτελεστού χαρακτήρα. Αυτό άλλωστε προκύπτει ευθέως από τις διατάξεις του άρθρου 4 του Κ.Ε.Δ.Ε., οι οποίες ορίζουν ρητά ότι η ατομική ειδοποίηση δεν εξομειώνεται με επιταγή προς πληρωμή, ενώ η τυχόν παράλειψη της αποστολής της δεν ασκεί καμία επίδραση στο κύρος των λαμβανομένων στη συνέχεια κατά του οφειλέτη αναγκαστικών μέτρων. Βέβαια, το ανωτέρω άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. ορίζει ότι η ανακοπή του οφειλέτη μπορεί να ασκηθεί και κατά της ταμειακής ειδοποίησης, τούτο όμως πρόδηλα υπονοεί την αντίστοιχη ατομική εκτελεστή διοικητική πράξη της ταμειακής βεβαίωσης, με την οποία και μόνο καθιδρύεται το εκτελέσιμο δικαίωμα του Δημοσίου, αλλά και η αντίστοιχη υποχρέωση του οφειλέτη ως προς το συγκεκριμένο χρέος (Διοικ.ΕφΑθ. 2424/1998 Δ.Δικ. 1989. 915, Δ.ΕφΑθ. 3834/1987 Δ.Δικ. 1989. 183).
Ενόψει των ανωτέρω δικονομικών ρυθμίσεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, ΔΕΝ επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντος ποσού, εάν προηγουμένως ο υπόχρεος δεν έχει λάβει ΠΛΗΡΗ γνώση της σε βάρος του καταλογιστικής πράξης η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής (ΕΣ Ι Τμ. 574/2008, 1791/2007,1406, 994/2006, ΣτΕ 1620/2005, 2282/2000).
Το δε διοικητικό όργανο κωλύεται να προβεί στην ταμειακή βεβαίωση του συνολικού ποσού του χρέους όχι μόνο μετά την άσκηση της προσφυγής κατά της βεβαίωσης φόρου, αλλά και διαρκούσης της προθεσμίας προς άσκηση αυτής.Οπότε, το δικάσαν δικαστήριο θα εξετάσει το χρόνο κοινοποιήσεως της πράξεως βεβαιώσεως του φόρου και ενάρξεως της έχουσας ανασταλτικό αποτέλεσμα προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής.
Στην προκείμενη περίπτωση , για την είσπραξη του ανωτέρω χρέους από τα τελη κυκλοφοριας, είναι απαραίτητη η «εν στενή εννοία» (ταμειακή) βεβαίωση, η οποία λαμβάνει χώρα μετά την κατά τα ανωτέρω οριστικοποίηση της εκδοθείσης σε βάρος του φορολογούμενου  καταλογιστικής πράξεως που αποτελεί το νόμιμο τίτλο, την σύνταξη εν συνεχεία του οικείου χρηματικού καταλόγου και τέλος, την καταχώρισή του στο βιβλίο εισπρακτέων εσόδων της οικείας Δ.Ο.Υ. Εξάλλου, ο νόμιμος τίτλος και εν προκειμένω η καταλογιστική πράξη από την εγγραφή των τελων κυκλοφοαριας, θα οριστικοποιείτο στην περίπτωση αυτή, με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής, ενώ η «εσωτερική διοικητική διαδικασία ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους» που, πάντως, ΔΕΝ γνωστοποιείται στους φορολογούμενους οφειλέτες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναπληρώνει, την κατά τα ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση του χρέους, προκειμένου να επακολουθήσει η, κατά τον ΚΕΔΕ διαδικασία εισπράξεώς του ως δημοσίου εσόδου (πρβλ. ΣτΕ 3530/2009). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, παραβιάζεται το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη υπό την έκφανση της πρόσβασης σε Δικαστήριο, αφού το δικάζων δικαστήριο δύναται να εξετάσει το χρόνο ενάρξεως της έχουσας ανασταλτικό αποτέλεσμα προθεσμίας ασκήσεως της προσφυγής, μόνο από το χρόνο γνωστοποιήσεως της πράξεως βεβαιώσεως του φόρου (βεβαίωση στενής έννοιας – ΟΧΙ εσωτερική διοικητική διαδικασία ταμειακής βεβαιώσεως του χρέους). 
Ενόψει των ανωτέρω δικονομικών ρυθμίσεων, ερμηνευόμενων σε συνδυασμό με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, ΔΕΝ επιτρέπεται η έναρξη αναγκαστικής εκτέλεσης με την ταμειακή βεβαίωση καταλογισθέντος ποσού για τον εν λόγω φόρο ή τέλος, εάν προηγουμένως οι φορολογούμενοι δεν έχουν λάβει ΠΛΗΡΗ γνώση της σε βάρος τους καταλογιστικής πράξης και της μεθόδου υπολογισμού τους (κυβισμός, παλαιότητα, εκπομπή ρύπων, στοιχεία κυκλοφορίας οχήματος, κλπ) κατόπιν υποχρεωτικής σύνταξης φύλλων υπολογισμού και ακολούθως εκκαθαριστικό σημείωμα υπογραφόμενα από τον Προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. με παράθεση σε αυτό του κυβισμού, της παλαιότητας, της εκπομπής ρύπων και του υπολογισμού του  τέλους (ή φόρου), η οποία ΤΟΤΕ ΜΟΝΟ αποτελεί το νόμιμο τίτλο είσπραξης της οφειλής (933/2009 ΣΤΕ, ΕΣ Ι Τμ. 574/2008, 1791/2007,1406, 994/2006, ΣτΕ 1620/2005, 2282/2000). Καταληκτικά, το διοικητικό όργανο, διαρκούσης της προθεσμίας άσκησης της προσφυγής, κωλύεται να προβεί στην ταμειακή βεβαίωση του συνολικού ποσού του χρέους το για τον φόρο αυτό,  το οποίο (χρέος)  οριστικοποιείται στην περίπτωση αυτή με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως κατ’ αυτής προσφυγής.
Επειδή εν όψει των δικονομικών ρυθμίσεων των ανωτέρω διατάξεων, ερμηνευομένων σε συνδυασμό προς το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, γίνεται δεκτό ότι δεν αρχίζει η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος φόρου, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο εισπράξεως της οφειλής, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί εγκύρως στον υπόχρεο η καταλογιστική του φόρου ακίνητης περιουσίας πράξη του προϊσταμένου της οικείας Δ.Ο.Υ. (βλ. ΣΕ 2281/00 Ολ. ΣΕ 1572, 1620/05, 3529/04, 3947/2005 – AD HOC 933/2009 ΣΤΕ).
Στην προκειμένη περίπτωση,  προκύπτει, τα τέλη κυκλοφορίας υπολογίζονται σύμφωνα με την παρ. 1 του  αρθρ 35 του  Νόμου  3986/2011 (Μέτρα Εφαρμ. Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου), τα ετήσια Τέλη κυκλοφορίας που επιβάλλονται στα αυτοκίνητα οχήματα, με  την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου με τις οποίες ορίζεται διαφορετικά και λαμβανομένων υπόψη και των διατάξεων της Οδηγίας 1999/62/ΕΚ ως προς τα βαρέα φορτηγά οχήματα, ορίζονται ως εξής:
Α. Αυτοκίνητα οχήματα ιδιωτικής χρήσης.
Επιβατικά αυτοκίνητα που έχουν ταξινομηθεί για πρώτη φορά στην Ελλάδα έως την 31/10/2010 καθώς και για δίκυκλες και τρίκυκλες μοτοσικλέτες ανεξαρτήτως της ημερομηνίας πρώτης ταξινόμησής τους αποκλειστικά με βάση τον κυλινδρισμό του κινητήρα τους:

Κυβισμός
Τέλη κυκλοφορίας 2012
από 51 κ.ε. μέχρι 300 κ.ε.
22 €
από 301 κ.ε. μέχρι 785 κ.ε.
55 €
από 786 κ.ε. μέχρι 1071 κ.ε.
120 €
από 1071 κ.ε. μέχρι 1357 κ.ε.
135 €
από 1358 κ.ε. μέχρι 1548 κ.ε.
240 €
από 1549 κ.ε. μέχρι 1738 κ.ε.
265 €
από 1739 κ.ε. μέχρι 1928 κ.ε.
300 €
από 1929 κ.ε. μέχρι 2357 κ.ε.
660 €
από 2358 κ.ε. μέχρι 3000 κ.ε.
880 €
από 3001 κ.ε. μέχρι 4000 κ.ε.
1100 €
από 4001 κ.ε. και άνω
1320 €

Ότι για τον υπολογισμό τους ΠΡΕΠΕΙ υποχρεωτικά να συνταχθούν φύλλα υπολογισμού της φορολογητέας αξίας και ακολούθως εκκαθαριστικό σημείωμα υπογραφόμενα από τον Προϊστάμενο της οικείας Δ.Ο.Υ. με παράθεση σε αυτό του κυβισμού, της παλαιότητας, της εκπομπής ρύπων κλπ και του υπολογισμού του φόρου.
Ότι στην προκείμενη περίπτωση ΔΕΝ προκύπτει η κοινοποίηση στο φορολογούμενο της πράξεως καταλογισμού των  τελών κυκλοφορίας, ώστε να αρχίσει γι’ αυτόν η προθεσμία προς άσκηση προσφυγής και περαιτέρω να είναι επιτρεπτή κατά το νόμο η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος φόρου
 Ότι, στην προκείμενη περίπτωση επιχειρείται ΠΑΡΑΝΟΜΩΣ η «κοινοποίηση» ΜΕΣΩ ΙΝΤΕΡΝΕΤ στο φορολογούμενο της δήθεν πράξεως καταλογισμού των τελών ή φόρου κυκλοφορίας
Ότι εν τέλει  ΔΕΝ άρχισε η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής, ούτε επιτρέπεται η ταμειακή βεβαίωση του καταλογισθέντος φόρου ή τέλους, η οποία αποτελεί το νόμιμο τίτλο εισπράξεως της οφειλής, εάν προηγουμένως δεν έχει κοινοποιηθεί ΕΓΚΥΡΩΣ στον υπόχρεο η καταλογιστική πράξη (933/2009 ΣΤΕ) .

Β. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ
Προσφυγή κατά της παράλειψης της Διοίκησης να μας ενημερώσει για τους τρόπους της εξωδικαστικής και δικαστικής μας προστασίας, δηλαδή για το δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής  προβάλλοντας τις αντιρρήσεις μας για την ουσία του τρόπου φορολόγησης του οχήματός μας, καθώς και για τις καταληκτικές προθεσμίες. Κατά της ανωτέρω παράλειψης προσφεύγουμε, επειδή σύμφωνα με τους νόμους η διοίκηση έχει υποχρέωση ενημέρωσης των πολιτών, μια υποχρέωση που υπενθυμήσαμε και αιτηθήκαμε με τις παρακάτω αιτήσεις, για τις οποίες δεν λάβαμε ουδεμία απάντηση:

1.      Αίτηση διαμαρτυρίας-Δήλωση αντίθεσης με αρ. πρωτ. 17999/5.10.2011 κατά της επιβολής έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες, (συγκεκριμένα επιβολής εισφοράς 378 ευρώ ως φόρο πολυτελούς διαβίωσης εξ’ αιτίας κατοχής του οχήματος ΚΝΚ 8583) 
2.      Αίτηση διοικητικής επίλυσης της διαφοράς προς τη ΔΟΥ Κατερίνης, με αρ. πρωτ. 250/3.1.2013 και τρίτη αίτηση με αρ. 5929/6.2.2013 για τα τέλη κυκλοφορίας του 2013, καταγγέλλοντας την ουσία του προβλήματος και δηλώνοντας επιφύλαξη ως προς τη συνταγματικότητα και τη νομιμότητα των σχετικών διατάξεων νόμων.

Λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 του Κ.Διοικ. Διαδ., όταν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής αυτό πρέπει να αναφέρεται στο έγγραφο της ατομικής διοικητικής πράξης, και επιπλέον ότι πρέπει να γίνεται μνεία της προθεσμίας στην οποία πρέπει να ασκηθεί, του αρμόδιου για την εξέτασή της οργάνου και των συνεπειών της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας., θεωρούμε ότι η παράλειψη της διοίκησης να μας αποστείλει ατομική διοικητική πράξη καταλογισμού των φόρων και προστίμων του αυτοκινήτου μας, καθώς και να μας ενημερώσει για το δικαίωμα ενδικοφανούς προσφυγής, στοχεύει (ή τέλος πάντων επιφέρει) τον περιορισμό των δικαιωμάτων και συμφερόντων μας, κατά παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος που ορίζει ότι:

«Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκησή τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.»

Θεωρούμε σκόπιμο να παραθέσουμε εν συντομία την πορεία της νομολογίας του ΣτΕ στο συγκεκριμένο ζήτημα: Με την υπ’ αρ. 2892/1993 Απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ, κρίθηκε ότι υφίσταται γενική υποχρέωση της διοίκησης να ενημερώνει τους πολίτες για την ύπαρξη και τις προϋποθέσεις ασκήσεως της ενδικοφανούς προσφυγής. Η υποχρέωση αυτή προκύπτει κατά κύριο λόγο από το δικαίωμα δικαστικής προστασίας που θεμελιώνεται στο άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και τη συνταγματική κατοχύρωση της αιτήσεως ακυρώσεως που θεμελιώνεται στο άρθρο 95 παρ. 1 εδ. Α’ του Συντάγματος.

Πέραν τούτων, η διοίκηση όφειλε αλλά παρέλειψε να μας ενημερώσει για τον τρόπο προστασίας των ατομικών μας δικαιωμάτων που δηλώσαμε ότι θίγονται, εφαρμόζοντας τα αιτούμενα από το Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το Ν.2462/1997 (ΦΕΚ Α' 25/26.2.97) και στο άρθρο 2 παρ. 3 ορίζει τα εξής:
«Τα Συμβαλλόμενα Κράτη στο παρόν Σύμφωνο αναλαμβάνουν την υποχρέωση:
α) να εγγυώνται ότι κάθε άτομο, του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που αναγνωρίζονται στο παρόν Σύμφωνο παραβιασθούν, θα έχει στη διάθεσή του μία πρόσφορη προσφυγή, ακόμη και εάν η παραβίαση θα έχει διαπραχθεί από πρόσωπα που ενεργούν υπό την επίσημη κρατική ιδιότητά τους,
β) να εγγυώνται ότι η αρμόδια δικαστική, διοικητική, νομοθετική ή οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους θα αποφαίνεται πράγματι σχετικά με τα δικαιώματα του προσφεύγοντος και να προωθήσουν τη δυνατότητα δικαστικής προσφυγής,
γ) να εγγυώνται την εκτέλεση, από τις αρμόδιες αρχές, κάθε απόφασης που θα έχει κάνει δεκτή τη σχετική προσφυγή.»


Γ. ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΡΑΞΗ

Προσφυγή κατά της πράξης βεβαίωσης και εκκαθάρισης του ποσού των 378 ευρώ, και κατά της επιβολής των μέχρι σήμερα προσαυξήσεων, ως «έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες Φόρου Πολυτελείας άρθρου 30, ν. 3986/2011, για την οποία ο Ιωάννης Θ. Μανώλης,
………………………………………………
(και άλλα μέλη του ΙΝΚΑ…..
……………………………………….


 δια της αποστολής «εκκαθαριστικού σημειώματος εισφορών και τέλους επιτηδεύματος ν.3986/2011 από τη Δ.Ο.Υ. Κατερίνης με ημερομηνία έκδοσης 31.08.2011 και ημερομηνία παραλαβής 10.9.2011. Επειδή, κατέθεσΕ εμπρόθεσμα, (εντός μηνός από την ημερομηνία παραλαβής) Αίτηση  διαμαρτυρίας-Δήλωση αντίθεσης με αρ. πρωτ. 17999/5.10.2011 κατά της επιβολής έκτακτης εισφοράς σε αντικειμενικές δαπάνες, (συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής έκτακτης εισφοράς 378 ευρώ ως φόρο πολυτελούς διαβίωσης εξ’ αιτίας κατοχής του οχήματος ΚΝΚ 8583) και δεν έλαβε ουδεμία απάντηση, ούτε ως προς τη νομιμότητα ούτε ως προς την ουσία του προβλήματος, ούτε καν ως προς τη δυνατότητα, τους όρους και τις προθεσμίες της ενδικοφανούς προσφυγής, θεωρούμε ότι η υπέρβαση της προθεσμίας δεν αποτελεί λόγο απαραδέκτου της παρούσας προσφυγής.

Δ. ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΡΑΞΗ

Προσφυγή κατά της πράξης της Διοίκησης, ( Δ.Ο.Υ. Κατερίνης και Γ.Γ.Π.Σ.) να βεβαιώσει εν αγνοία μας, μέσω TAXISNET το ποσό του φόρου πολυτελούς διαβίωσης (ν. 4111/2013) αξίας 308 ευρώ, το ποσό των τελών κυκλοφορίας του έτους 2013 (κατ. Άρθρο 35 ν. 3986/2011) και το πρόστιμο, αξίας 1320 ευρώδίχως να έχει προηγουμένως αποστείλει στον υπόχρεο ατομική ειδοποίηση καταλογιστικής πράξης, ούτε ειδοποίηση της βεβαίωσης, από την ημερομηνία της οποίας αρχίζει η προθεσμία της προσφυγής. Δεδομένου ότι, το διοικητικό όργανο, διαρκούσης της προθεσμίας άσκησης προσφυγής, κωλύεται να προβεί στην ταμειακή βεβαίωση του συνολικού ποσού του χρέους, διότι το χρέος οριστικοποιείται μόνον με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής. 

Η προσφυγή αυτή, στρέφεται πρώτον κατά του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Κατερίνηςδιότι, σύμφωνα με το ν. 4093/2012 υποπαρ. Ε.7, «Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος.»
Επειδή, η πράξη της βεβαίωσης των ως άνω οφειλών, δεν έγινε σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε.καθώς δεν προηγήθηκε ατομική ειδοποίηση καταλογιστικής πράξης από την έκδοση της οποίας αρχίζει η προθεσμία της προσφυγής, ούτε κοινοποιήθηκε ατομική ειδοποίηση της βεβαίωσης με ενημέρωση των τρόπων δικαστικής προστασίας και της ημερομηνίας έναρξης της προθεσμίας προσφυγής, γίνεται φανερό ότι στην ουσία επιχειρείται η στέρηση του δικαιώματος ενδικοφανούς προσφυγής με τρόπους που αντίκεινται στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους.

Το γεγονός ότι σύμφωνα με το ν. 4092/12 δεν απαιτείται πλέον προηγούμενη ενημέρωση της υποχρέωσης πληρωμής των τελών, δεν σημαίνει πως δεν απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση της βεβαίωσης της οφειλής, των συνεπειών της και του δικαιώματος ενδικοφανούς προσφυγής. Κυρίως δε, προς του πολίτες που κατέθεσαν εμπρόθεσμα αίτηση διαμαρτυρίας ή διοικητικής επίλυσης της διαφοράς, εκθέτοντας τους λόγους για τους οποίους βρέθηκαν σε αδυναμία πληρωμής των φόρων του οχήματός τους!

Επειδή, καταθέσαμε εμπρόθεσμα αιτήσεις μη συναίνεσης, στην εκτέλεση αντισυνταγματικών διατάξεων νόμων, με ταυτόχρονη δήλωση επιφύλαξης ως προς τη συνταγματικότητα των διατάξεων που ορίζουν τους φόρους του οχήματός μας, (ήτοι, τα τέλη κυκλοφορίας και τον φόρο πολυτελούς διαβίωσης) του έτους 2013, ζητώντας την διοικητική επίλυση της διαφοράς (με αριθμούς. πρωτ. 250/3.1.2013 και 5929/6.2.2013)

………………………………………………………………………
Και άλλες αιτήσεις…
…………………………………………………….
θεωρούμε ότι η παράλειψη απάντησης και η πράξη της βεβαίωσης της οφειλής από τη διοίκηση, στοχεύουν στη στέρηση των δικαιωμάτων μας προηγούμενης ακρόασης και δικαστικής προστασίας , όπως αυτά ορίζονται τόσο από το άρθρο 20 του Συντάγματος όσο και από τον Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.

Η προσφυγή αυτή, στρέφεται δεύτερον κατά της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, διότι, σύμφωνα με το ν. 4093/2012 υποπαρ. Ε.7, «Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων, δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ..» Κατά συνέπεια, για την βεβαίωση του προστίμου λόγω μη εμπρόθεσμης προκαταβολής των τελών κυκλοφορίας είναι αρμόδια η Γ.Γ.Π.Σ., η οποία οφείλει να εκδόσει απόφαση καταλογιστικής πράξης πριν από τη βεβαίωση, ώστε να αρχίσει η προθεσμία της προσφυγής, ενημερώνοντας τον υπόχρεο επαρκώς για το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης, της ενδικοφανούς προσφυγής και των όρων άσκησής της. Η Γ.Γ.Π.Σ., οφείλει στη συνέχεια, αν περάσει άπρακτη η προθεσμία της προσφυγής, να κοινοποιήσει προς τον οφειλέτη την πράξη της βεβαίωσης, ενημερώνοντάς τον επαρκώς εκ νέου για τις συνέπειες, για το δικαίωμα ρύθμισης και για το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Ιδίως μάλιστα προς τους πολίτες που κατέθεσαν εμπρόθεσμα αίτηση διαμαρτυρίας για το ύψος, τη συνταγματικότητα και τη νομιμότητα των τελών. Αναφέρουμε ότι η Γ.Γ.Π.Σ. είναι ενήμερη για τις αιτήσεις χιλιάδων πολιτών που κατέθεσαν 1 ευρώ αντί πληρωμής των τελών κυκλοφορίας, αντιδρώντας στο γεγονός ότι τα τέλη δεν είναι πλέον ανταποδοτικά, είναι τα υψηλότερα των κρατών της Ευρώπης, παρά τη μείωση των εισοδημάτων μας. Αναφέρουμε ότι το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους και κάποιες Δ.Ο.Υ. απάντησαν στις εν λόγω αιτήσεις, όχι όμως επί της ουσίας, ούτε έδωσαν πληροφορίες ως όφειλαν, σχετικά με το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης και ενδικοφανούς προσφυγής, και σχετικά με το δικαίωμα μιας πρόσφορης προσφυγής σύμφωνα με την απαίτηση του διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα, (άρθρο 2 παρ. 3)

ΤΡΙΤΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΡΑΞΗ

Προσφυγή κατά της πράξης της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων, (Γ.Γ.Π.Σ.), αποστολής μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας στα αστυνομικά όργανα, χρηματικών καταλόγων δήθεν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας, πριν τα τέλη αυτά βεβαιωθούν. Με αποτέλεσμα τα αστυνομικά όργανα να προβαίνουν στη λήψη διοικητικών μέτρων όπως η αφαίρεση των πινακίδων και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, (σύμφωνα με το νόμο 4093/2012 υποπαρ. Ε.7) που ορίζει ότι:

Νόμος   ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 4093/2012 ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.7. ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ, ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΟΦΕΙΛΩΝ ΑΠΟ ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
«2. Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ. ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση. Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος…
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης.
3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίαςαφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλήςτελών κυκλοφορίας.»
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα αστυνομικά όργανα δικαιούνται να προβαίνουν σε αφαίρεση της άδειας κυκλοφορίας μόνον σε περιπτώσεις οφειλής των τελών, και όχι στην περίπτωση που φαίνεται το ποσό των τελών στον κατάλογο  των συστημάτων της Γ.Γ.Π.Σ. Διότι ο κατάλογος αυτός, δεν είναι απόδειξη οφειλής, αλλά  προορίζεται προς τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. ο οποίος θα κρίνει αν υφίσταται οφειλή και στην περίπτωση που υφίσταται, θα την βεβαιώσει. Κατά συνέπεια, η μη βεβαίωση από τον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. καθώς και η μη κοινοποίηση στον οφειλέτη της βεβαίωσης, ώστε να μπορέσει αυτός να προετοιμαστεί για την δικαστική του προστασία, αποτελεί «αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας». Με απλά λόγια, τα τέλη αρχίζουν να οφείλονται, μόνον μετά την βεβαίωση τους από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και την κοινοποίηση της βεβαίωσης στον οφειλέτη.
Από αυτά συνεπάγεται ότι η διάταξη 3 που ορίζει ότι «Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ» εμπεριέχει έναν παραλογισμό που έρχεται σε αντίφαση με την διάταξη 2 της ίδιας υποπαραγράφου 7 που ορίζει ότι «Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ.»  Κατά συνέπεια τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής δεν μπορούν να προβούν σε έλεγχο των οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ, διότι τα συστήματα αυτά περιέχουν απλούς καταλόγους που προορίζονται προς τους αρμόδιους Προϊσταμένους των Δ.Ο.Υ. και όχι βεβαιωμένες οφειλές. Επομένως η πράξη αποστολής των καταλόγων αυτών από τη Γ.Γ.Π.Σ. προς τα αστυνομικά όργανα, με την απαίτηση από αυτά λήψης διοικητικών μέτρων εις βάρος των υποτιθέμενων οφειλετών, έρχεται σε αντίθεση με τον Κ.Ε.Δ.Ε. , τον Κ.Δ.Διαδικ. και το Σύνταγμα, (άρθρο 20 περί δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης και δικαστικής προστασίας) και για το λόγο αυτόν θα πρέπει να ακυρωθεί.
Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να ακυρωθεί κάθε δικαιοδότηση των αστυνομικών οργάνων, λήψης διοικητικών μέτρων για φορολογικές υποθέσεις, κυρίως αν αυτές δεν έχουν ακόμη βεβαιωθεί από την αρμόδια εφορία. Αλλά ακόμη και αν οι οφειλές έχουν βεβαιωθεί, αποτελεί ευθύνη των υπόχρεων και της εφορίας η ρύθμισή τους και όχι των αστυνομικών οργάνων, τα οποία θα πρέπει να περιοριστούν απλώς στην γνωστοποίηση.   Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό, πως μόνον ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. δύναται να επιβάλλει διοικητικά μέτρα λόγω μη πληρωμής φορολογικής οφειλής και όχι η Γ.Γ.Π.Σ. η οποία απλώς συντάσσει χρηματικούς καταλόγους για να τους αποστείλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΟΣΒΑΛΛΟΜΕΝΗ ΠΡΑΞΗ

Προσφυγή κατά της Υπουργικής Απόφασης ΠΟΛ 1055/21.03.2013 δια της οποίας ορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης των τελών κυκλοφορίας του έτους 2013 και επόμενων ετών, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και των τυχόν οφειλόμενων προστίμων επ’ αυτών. Συγκεκριμένα, κατά της διάταξης της παρ. 1 που ορίζει ότι:
«Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.»
Παραθέτω το πλήρες κείμενο της απόφασης:

Αριθμ. ΠΟΛ. 1055
Βεβαίωση τελών κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων ετών τα οποία δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και των τυχόν οφειλομένων προστίμων επ' αυτών.
Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της περ. 2 της υποπαραγράφου Ε7 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 (222 Α΄) «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016 − Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013−2016».
2. Τις διατάξεις του Ν.Δ. 356/1974 (Α΄/90) «Περί Κώδικος Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων», όπως ισχύουν.
3. Την απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1212/23−11−2012 (Β΄/3338) «Πληρωμή βεβαιωμένων στις Δ.Ο.Υ. ατομικών οφειλών σε πιστωτικά ιδρύματα και στα ΕΛΤΑ».
4. Την υπ' αριθμ ΥΠΟΙΚ 07927 ΕΞ/19−9−2012 απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομικών (2574/Β΄), «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στον Υφυπουργό Οικονομικών Γεώργιο Μαυραγάνη».
5. Την αριθ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 2013 (Β΄130) απόφαση περί μεταβίβασης αρμοδιοτήτων στο Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών.
6. Την ανάγκη καθορισμού του τρόπου βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
7. Την διαπίστωση ότι από την εφαρμογή της παρούσης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού,
αποφασίζουμε:
1. Καθορίζουμε τη διαδικασία βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας έτους 2013 κι επομένων ετών, για ιδιωτικής και δημόσιας χρήσης οχήματα, τα οποία δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και των κατά περίπτωση αναλογούντων προστίμων, ως εξής:
Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων (Γ.Γ.Π.Σ.) για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ., ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ.
Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο της βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος.
Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ.
2. Προκειμένου να γίνει η βεβαίωση των κατά την παρ. 1 της παρούσης οφειλομένων ποσών απαιτείται:
α) Διαπίστωση μη καταβολής τελών κυκλοφορίας ή καταβολής μειωμένων τελών, με βάση τα υπάρχοντα στο αρχείο της Γ.Γ.Π.Σ. στοιχεία. Η διαπίστωση αυτή γίνεται μετά την ημερομηνία λήξης της προθεσμίας καταβολής των τελών κυκλοφορίας και την ενημέρωση του πληροφοριακού συστήματος της ΓΓΠΣ με τις εισπράξεις των αρμοδίων, σύμφωνα με την οικεία Υπουργική απόφαση, φορέων είσπραξης.
Η ΓΓΠΣ αφού κάνει τους απαραίτητους ελέγχους − διασταυρώσεις δημιουργεί χρηματικούς καταλόγους για λογαριασμό των Δ.Ο.Υ. και τους αποστέλλει αρμοδίως σε αυτές.
Για όσες περιπτώσεις δεν προκύπτει με σαφήνεια η ορθότητα των στοιχείων, δημιουργούνται αρχεία από τη ΓΓΠΣ, τα οποία αποστέλλονται υπό μορφή καταστάσεων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. προς επεξεργασία και σύνταξη χρηματικών καταλόγων.
β) Έλεγχος από τις Δ.Ο.Υ. της ορθότητας των στοιχείων και διαπίστωση τυχόν ύπαρξης ή μη ακινησίας (εκούσιας ή αναγκαστικής), κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των παρ. 1 έως και 6 του άρθρου 22 του Ν. 2367/1953, ή χορηγηθείσας απαλλαγής, η οποία είναι εν ισχύ, για τα οποία (στοιχεία) όμως δεν έχει ενημερωθεί το πληροφοριακό σύστημα, οπότε δεν οφείλονται τέλη κυκλοφορίας για το συγκεκριμένο έτος.
3. Τα οφειλόμενα ποσά τελών κυκλοφορίας του τρέχοντος κάθε φορά έτους, καθώς και αυτών για τα οποία δεν κατέστη δυνατή η βεβαίωσή τους κατά το έτος μέσα στο οποίο οφείλονται και τα αντίστοιχα πρόστιμα, βεβαιώνονται ταμειακά μετά την αποστολή των χρηματικών καταλόγων από τη ΓΓΠΣ ή τη σύνταξη των χρηματικών καταλόγων από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και καταβάλλονται εφάπαξ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις Δημόσιες Υπηρεσίες ημέρα του επόμενου μήνα από τη βεβαίωση της οφειλής.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 21 Μαρτίου 2013

Η απόφαση αυτή, έρχεται σε αντίθεση με το νόμο 4093/2012 υποπαρ. Ε.7, παρ. 2, που ορίζει ότι:
«Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος… Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης.»
Ο νόμος λοιπόν, ναι μεν προβλέπει ότι ο Υπουργός μπορεί να καθορίζει τον τρόπο βεβαίωσηςκαι καταβολής των οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας και προστίμων, δίχως όμως να επιτρέπει στον Υπουργό τον καθορισμό του οργάνου βεβαίωσης των εν λόγω οφειλών, το οποίο είναι αδιαμφισβήτητα ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. Η αρμοδιότητα ορίζεται σαφώς τόσο από τον εν λόγω νόμο 4093/2012, όσο και από τον Κ.Ε.Δ.Ε. Η αναίρεση αυτής της αρμοδιότητας από τον Υπουργό, οδηγεί σε αυθαίρετη αναίρεση νόμων ψηφισμένων από τη Βουλή αλλά του άρθρου 20 του Συντάγματος δια του οποίου προβλέπεται το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης και της δικαστικής προστασίας πριν από την επιβολή διοικητικών μέτρων εις βάρος δικαιωμάτων και συμφερόντων των πολιτών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ:

ΟΙ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ

ΟΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ

Η μελέτη του συνόλου των φορολογικών απαιτήσεων του κράτους σε σχέση με τη φοροδοτική ικανότητα μιας ομάδας πολιτών, είναι απαραίτητη στην προσπάθεια να κρίνουμε τον δίκαιο ή άδικο χαρακτήρα τους. Διότι εξετάζοντας τον κάθε φόρο ξεχωριστά, κινδυνεύουμε να τον θεωρήσουμε δίκαιο, παραβλέποντας ότι σε συνδυασμό με ένα πλήθος άλλων φόρων υπερβαίνει τη φοροδοτική ικανότητα μιας ομάδας πολιτών, θέτοντάς την κάτω από τα όρια της φτώχειας.

Η φορολόγηση επί του καθαρού εισοδήματος με βάση έναν συντελεστή, είναι ο μόνος δίκαιος τρόπος φορολόγησης που ανταποκρίνεται στα άρθρα 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1 του Συντάγματος δια των οποίων ορίζεται η φορολογία. Κάθε άλλη μορφή φόρου που δεν λαμβάνει υπόψη το εισόδημα, και κρύβεται πίσω από ονομασίες όπως «μέτρα», «τέλος», «ειδικό τέλος», «έκτακτο τέλος», «διόδιο τέλος», «τέλος ΑΠΕ», «φόρος κατανάλωσης», «ΦΠΑ κατανάλωσης», «εισφορά», «υπηρεσίες κοινής ωφελείας» ΕΤΜΕΑΡ κλπ, επιβαρύνει κυρίως τα χαμηλά εισοδηματικά στρώματα θέτοντας την πλέον επώδυνη διάκριση μεταξύ άπορων και εύπορων πολιτών διότι, το ύψος όλων αυτών των φόρων είναι χαμηλό για τους εύπορους, υψηλό για τους χαμηλόμισθους και απαγορευτικό για τους άπορους.

Για παράδειγμα, ένας εργάτης γης ή δασεργάτης, με μηνιαίο εισόδημα 500 ευρώ που για να μετακινηθεί στους λασπωμένους δρόμους  της υπαίθρου χρειάζεται ένα αυτοκίνητο παλιό μεν αλλά τετρακίνητο, άρα τουλάχιστον 2000 κ.εκ. καλείται να πληρώσει μόνον για δικαίωμα μετακίνησης προς τον χώρο εργασίας τα εξής:

660 ευρώ τέλη κυκλοφορίας
300 ευρώ φόρο πολυτελούς διαβίωσης
1500 ευρώ φόρος τεκμηρίων διαβίωσης
1000 ευρώ φόρο καυσίμων για μετακίνηση 10.000 χιλιομέτρων.
Επί συνόλω, 3460 ευρώ για χρήση τριών-τεσσάρων μηνών που διαρκεί η εποχιακή του εργασία.
Αν δεν μπορέσει να πληρώσει τα τέλη κυκλοφορίας εμπρόθεσμα, θα κληθεί να πληρώσει πρόστιμο άλλα 660 +50 ευρώ, γεγονός που ανεβάζει το σύνολο οφειλής στις 4170 ευρώ. Αν λοιπόν, ως συνήθως, βρίσκει εργασία για 100 ημέρες /έτος, και για να έχει πρόσβαση σε αυτήν θα πρέπει να διανύσει 10.000 χιλιόμετρα,  θα εισπράξει 100 ημέρες*25 ευρώ/ημέρα=2.500 ευρώ. Από αυτά θα πρέπει να δώσει τα 4170 ευρώ μόνον για φόρους μετακίνησης. Ενώ αν παραδώσει τις πινακίδες του αυτοκινήτου, θα χάσει τη δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία. Σε αντίθεση ένας εύπορος πολίτης με εισόδημα 100.000 ευρώ ετησίως, θεωρεί ότι τα 1040 ευρώ για τέλη κυκλοφορίας και φόρο πολυτελείας του πανάκριβου δίλιτρου αυτοκινήτου του είναι αμελητέα. Παρ’ όλο λοιπόν που θεωρείται ότι η φορολόγηση των αυτοκινήτων ικανοποιεί την αρχή της μη διάκρισης, θέτοντας ίσους φόρους για ίσα κυβικά εκατοστά κινητήρα, επί της ουσίας θέτει μια διάκριση τόσο άδικη, που φτάνει στο σημείο να προσφέρει το δικαίωμα μετακίνησης μόνον στους εύπορους πολίτες. Το ίδιο ισχύει με το δικαίωμα διαμονής σε ιδιωτική κατοικία, με το δικαίωμα χρήσης ηλεκτρικού ρεύματος, με το δικαίωμα θέρμανσης και με το δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Γενικά, όλοι οι φόροι πλην του φόρου εισοδήματος, κατανέμουν εξίσου τα δημόσια βάρη αλλά όχι ανάλογα με τις δυνάμεις μας, ζητώντας τόσο από τον εύπορο όσο και από τον άπορο πολίτη, να συνεισφέρουν το ίδιο χρηματικό ποσό για τον ίδιο λόγο. Αυτή η λογική, βασίζεται στο σαθρό και άδικο επιχείρημα ότι τα δημόσια βάρη συν το δημόσιο χρέος, επιβαρύνουν εξίσου όλους τους πολίτες. Πρόκειται για μία λογική προωθημένη από τα ΜΜΕ, τα οποία συχνά μας υπενθυμίζουν ότι χρωστούμε όλοι μας από 30.000 ευρώ, διαιρώντας το δημόσιο χρέος με τον πληθυσμό της Ελλάδος. Ότι 30.000 ευρώ χρωστούν οι εύποροι πολίτες που χαλούν 30.000 ευρώ για ένα βράδυ στα μπουζούκια, ότι 30.000 ευρώ χρωστά και ο άστεγος επαίτης, 30.000 ευρώ χρωστά και το νεογέννητο παιδί, διότι, υποτίθεται πως είναι δίκαιο, να μοιραζόμαστε τα δημόσια αλλά και τα ιδιωτικά βάρη των τραπεζών εξίσου, παρ’ όλο που κάποιοι δεν χρησιμοποίησαν σχεδόν ποτέ τις τράπεζες, ενώ κάποιοι άλλοι τις καταληστεύουν. Με την ίδια σαθρή λογική, τον ίδιο φόρο δικαιώματος μετακίνησης καλείται να πληρώσει αυτός που βρίσκεται όλη μέρα στους δρόμους, με τον άνεργο που διατηρεί ένα μεταφορικό μέσο, μόνον και μόνον για να μπορέσει να γράψει στο βιογραφικό του ότι διαθέτει και μεταφορικό μέσο, ενισχύοντας την ελπίδα εύρεσης εργασίας.

Η αδικία του φορολογικού μας συστήματος πηγάζει από τη σαθρή λογική επί της οποίας θεμελιώνεται, τη λογική ότι όλοι χρωστούμε εξ’ ίσου αυτά που ξοδεύουν λίγοι, την πρόθεση εκμετάλλευσης των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων, την πρόθεση κατάλυσης των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως αυτά διατυπώνονται τόσο από τις διεθνείς συμβάσεις όσο και από το Σύνταγμα της Ελλάδος. Το γεγονός της αδικίας τεκμηριώνεται και από το γεγονός ότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 5 Σ, που ορίζει ότι:

«Oι Έλληνες πoλίτες συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς.»

Το «χωρίς διακρίσεις», μπορεί να εννοηθεί μόνον ως «χωρίς διακρίσεις μεταξύ πολιτών ίσης φοροδοτικής ικανότητας», ώστε να τηρείται η αναλογία των φορολογικών απαιτήσεων προς τις δυνάμεις. Κατά συνέπεια, όταν στοιχεία όπως η επιφάνεια της κατοικίας, τα κυβικά εκατοστά του αυτοκινήτου, η κατανάλωση ρεύματος κλπ, απομονώνονται από την φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου, καταστρατηγείται τόσο η αρχή της αναλογικότητας όσο και η αρχή της μη διάκρισης.

Πέραν τούτου, ο τεμαχισμός της φορολογικής απαίτησης του κράτους σε πολλούς μικρούς φόρους που λαμβάνουν μάλιστα πολλά διαφορετικά ονόματα, στοχεύει στην αδυναμία αντίδρασης των πολιτών, διασπώντας τα αιτήματά τους σε πολλά μέτωπα. Στοχεύει στην εξουδετέρωση της δικαστικής προστασίας, καθώς ο μόνος τρόπος αποδεκτής δικαστικής προσφυγής, είναι δια της προσφυγής εναντίον κάθε φόρου ξεχωριστά, και μάλιστα μέσα σε στενότατες χρονικές προθεσμίες. Αποτελεσματική αντίδραση λοιπόν μπορούν να έχουν και πάλι μόνον οι εύποροι πολίτες, που μπορούν να χρηματοδοτήσουν ένα δικηγορικό γραφείο, για να  καταθέτει ετησίως και να παρακολουθεί μέχρι να τελεσιδικήσουν, αμέτρητες προσφυγές. Λαμβάνοντας υπόψη ότι το κράτος είναι αποφασισμένο να χρησιμοποιήσει όλα τα ένδικα μέσα, καταλαβαίνουμε ότι αυτές οι προσφυγές ανά έτος θα οδηγήσουν τον διαμαρτυρόμενο πολίτη σε μία μόνιμη και πολυέξοδη δικαστική διαμάχη με το κράτος, από την οποία οικονομικά θα βγαίνει πάντα ζημιωμένος. Η ξεχωριστή προσφυγή εναντίον κάθε άδικης φορολογικής απαίτησης, ισοδυναμεί με την προσπάθεια να νικήσουμε μια Λερναία Ύδρα, κτυπώντας τα κεφάλια της και όχι την καρδιά. Ως γνωστόν, η κάθε ήττα της Ύδρας γεννά τα ηττημένα κεφάλια εις διπλούν, με αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό της. Δεν υπάρχει λοιπόν ουσιαστική δικαστική προστασία, παρά μόνον αν επιχειρηθεί και γίνει αποδεκτή μια προσφυγή εναντίον του συνολικού ύψους των φορολογικών απαιτήσεων, θέτοντας αυτό σε σύγκριση με τη φοροδοτική ικανότητα έκαστου πολίτη ή ομοειδών ομάδων πολιτών, λαμβάνοντας υπόψη το εισοδηματικό όριο που απαιτεί μία αξιοπρεπής διαβίωση.

Τόσο η υπερφορολόγηση του εισοδήματος, όσο και η φορολόγηση στοιχείων που δεν σχετίζονται με το εισόδημα, όπως η φορολόγηση του αυτοκινήτου, των καυσίμων, της διέλευσης από τους κύριους οδικούς άξονες, της κατανάλωσης ειδών πρώτης ανάγκης, η φορολόγηση των φόρων, της πρώτης κατοικίας, καθώς και η επιβολή ειδικών τελών και εισφορών, επιβουλεύονται το δικαίωμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης εξ’ αιτίας του συνολικού ύψους τους, φτάνοντας στο σημείο να προσβάλλουν την ανθρώπινη αξία μας, όταν το εισόδημά μας είναι ήδη χαμηλό, κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:

«O σεβασμός και η πρoστασία της αξίας τoυ ανθρώπoυ απoτελoύν την πρωταρχική υπoχρέωση της Πoλιτείας.»

Οι οικονομικές απαιτήσεις της Πολιτείας κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, την καθιστούν ανίκανη να εκπληρώσει την πρωταρχική της υποχρέωση, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τον κύριο λόγο της ύπαρξής της. Και όταν η Πολιτεία χάνει το λόγο της ύπαρξής της, λύνει μονομερώς δίχως δική μας υπαιτιότητα, την έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, βάσει της οποίας δικαιούται να απαιτεί από τους πολίτες, τα οριζόμενα δια των νόμων.  Οι νόμοι παραμένουν σε ισχύ, καθ’ όσον διάστημα η Πολιτεία λειτουργεί νόμιμα. Διότι όταν η ίδια η Πολιτεία αναιρεί μονομερώς την ισχύ των νόμων, χάνει αυτομάτως το δικαίωμα να απαιτεί την τήρησή τους από τους πολίτες. Γεγονός που ορίζεται από άρθρο 1 παρ. 3 του Συντάγματος ως εξής:

«Όλες oι εξoυσίες πηγάζoυν από τo Λαό, υπάρχoυν υπέρ αυτoύ και τoυ Έθνoυς και ασκoύνται όπως oρίζει τo Σύνταγμα.»

Όταν λοιπόν οι εξουσίες δεν ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα, χάνουν τη νομιμότητά τους, διότι αποσπώνται από την πηγή της. Κατά συνέπεια η βασική προϋπόθεση νομιμοποίησης των οικονομικών απαιτήσεων του κράτους προς τους πολίτες, είναι η συμφωνία των απαιτήσεων αυτών με το Σύνταγμα, που αποτελεί το θεμελιώδη νόμο του κράτους, εκ του οποίου αποκτά νομιμότητα κάθε άλλος νόμος.
Λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 4 παρ. 5, που απαιτεί το ύψος των φορολογικών απαιτήσεων να αναλογεί στη φοροδοτική μας ικανότητα και το άρθρο 78 παρ. 1 που ορίζει ότι: «Kανένας φόρoς δεν επιβάλλεται oύτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμo πoυ καθoρίζει τo υπoκείμενo της φoρoλoγίας και τo εισόδημα, τo είδoς της περιoυσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγoρίες τoυς, στις oπoίες αναφέρεται o φόρoς.»,
συμπεραίνουμε ότι, κάθε οικονομική απαίτηση του κράτους προς τους πολίτες, που υπερβαίνει τη φοροδοτική τους ικανότητα, που δεν προκύπτει από το εισόδημα εξαιρουμένων των δαπανών και δεν ορίζει το είδος της περιουσίας, είναι απαίτηση αντισυνταγματική και ως τέτοια στερείται νομιμότητας.

Κατά συνέπεια, αντίκειται στο Σύνταγμα και στο κοινό αίσθημα δικαίου, η επιβολή μέτρων που εξαθλιώνουν ένα μέρος του λαού ενώ ένα άλλο το επιβαρύνουν ελαφρώς. Η εξαθλίωση προκύπτει όταν τα μέτρα επιβάλλονται με βάση αντικειμενικούς συντελεστές, όπως τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα του αυτοκινήτου ή η παλαιότητά του (αν αγοράστηκε πριν ή μετά το 2010) δίχως να λαμβάνεται υπόψη η φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου και το κατώτατο όριο εισοδήματος που απαιτείται για την επίτευξη μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης. Το κράτος έχει οικονομικές απαιτήσεις ακόμη και από τους άνεργους, έχει μάλιστα τις ίδιες οικονομικές απαιτήσεις τόσο από τον άνεργο ή τον χαμηλόμισθο όσο και από τον εύπορο πολίτη, για φόρους που αφορούν το βασικό μέσο μετακίνησης. Γεγονός που αντίκειται στο άρθρο 4 παρ. 5 Σ, δια του οποίου ορίζεται η αρχή της αναλογικότητας. Το γεγονός αυτό, παρ’ όλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να ικανοποιεί την αρχή της μη διάκρισης, επί της ουσίας δημιουργεί μία διάκριση τόσο άδικη, που καθιστά παράνομο τον άνεργο, εξαθλιώνει τον χαμηλόμισθο ενώ επιβαρύνει ελαφρώς τον εύπορο πολίτη.

Η αντισυνταγματική αυτή διάκριση, επιβάλλεται με τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, διότι τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, δια των οποίων ορίζεται αποκλειστικά το ύψος των τελών, δεν καθορίζουν ούτε τη φοροδοτική ικανότητα του υποκειμένου, ούτε την αξία του προς φορολόγηση αντικειμένου. Με αποτέλεσμα ένα παλιό αυτοκίνητο 2000 κυβικών εκ. ενός χαμηλόμισθου ή άνεργου, αξίας 500 ευρώ, να φορολογείται με υψηλότερο ποσό από αυτό με το οποίο φορολογείται ένα νέο αυτοκίνητο 2000 κ. εκ. ενός μεγαλοεισοδηματία, αξίας 100.000 ευρώ. Συγκεκριμένα το πρώτο αυτοκίνητο αξίας 500 ευρώ, φορολογείται με 660 ευρώ τέλη συν 300 ευρώ φόρο πολυτελείας (παρ’ όλο που λόγω παλαιότητας δεν είναι πολυτελές), ενώ το δεύτερο αξίας 100.000 ευρώ, φορολογείται με 440 ευρώ τέλη συν 400 ευρώ φόρο πολυτελείας, ενώ αν είναι υβριδικό, απαλλάσσεται τελείως από τα τέλη!!!. Η μείωση του ύψους των τελών, γίνεται με το σκεπτικό ότι ως νέο αυτοκίνητο ρυπαίνει λιγότερο από το παλιό, δίχως όμως να λαμβάνεται υπόψη ότι η αγορά ανά διετία ενός νέου αυτοκινήτου, αποτελεί ένδειξη υψηλότερης φοροδοτικής ικανότητας που θα έπρεπε να φορολογείται αναλόγως.

Η φορολόγηση των αυτοκινήτων εν έτει 2013, βασίζεται ακόμη στον τρόπο σκέψης του 1953, εποχή κατά την οποία το αυτοκίνητο αποτελούσε είδος πολυτελείας, αναψυχής, επίδειξης πλούτου, ενώ τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα ανταποκρίνονταν σχεδόν απόλυτα στον βαθμό πολυτέλειας και στην ιπποδύναμη. Σήμερα, η κατάσταση αυτή έχει αλλάξει ριζικά, και το αυτοκίνητο από είδος πολυτελείας των πλουσίων, έχει μετατραπεί σε βασικό μέσο μετακίνησης των πάντων, από το οποίο εξαρτάται σχεδόν απόλυτα η δυνατότητα εργασίας και επιβίωσης.Με εξαίρεση τις μεγαλουπόλεις όπου η πρόσβαση προς τον χώρο εργασίας μπορεί να επιτευχθεί και με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, στην υπόλοιπη ελληνική επικράτεια η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία εξαρτάται σχεδόν απόλυτα από την κατοχή ενός αυτοκινήτου. Πέραν τούτου, η χρηματική αξία και η πολυτέλεια του αυτοκινήτου δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα. Ιδιαίτερα δε μετά το 2011 που εξ’ αιτίας της υψηλής φορολόγησης τα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού απαξιώθηκαν, αποσύρθηκαν και πωλούνται στη Βουλγαρία έναντι ευτελών τιμών για ανταλλακτικά, οι όροι αντιστράφηκαν, και αναζητώντας ένα αξιόπιστο αυτοκίνητο με τιμή κάτω των 1000 ευρώ, οι αναζητήσεις στο ίντερνετ δίνουν μόνον αυτοκίνητα άνω των 2000 κυβικών!!  Αυτή η κατάσταση που είναι επαληθεύσιμη με μια απλή αναζήτηση στο ίντερνετ (www.car.gr) ή στις μάντρες μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, καθιστά πλέον άδικη τη φορολόγηση των αυτοκινήτων με βάση τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η τρέχουσα μεταπωλητική τους αξία. Πέραν τούτου, οι παλιές αναλογίες μεταξύ κυβισμού, χρηματικής αξίας, πολυτέλειας και ιπποδύναμης έχουν μετατραπεί, με αποτέλεσμα παλιά αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού να έχουν μικρότερη ιπποδύναμη και να είναι λιγότερο πολυτελή από νέα αυτοκίνητα μικρότερου κυβισμού.

Η απλή αναφορά λοιπόν στα κυβικά εκατοστά, δεν αρκεί για να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 παρ. 1, προσδιορισμού του είδους της προς φορολόγηση περιουσίας. Διότι τα κυβικά εκ. δεν προσδιορίζουν ούτε την τρέχουσα χρηματική αξία, ούτε τον πολυτελή τρόπο διαβίωσης του υποκειμένου, ούτε την φοροδοτική του ικανότητα. Πέραν τούτου, τα κυβικά εκ. δεν αρκούν για να προσδιορίσουν αν το προς φορολόγηση αυτοκίνητο, αποτελεί βασικό μέσο μετακίνησης από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία και κατά συνέπεια η επιβίωση, ή αν αποτελεί απλό μέσο ψυχαγωγίας. Παρ’ όλο λοιπόν που η φορολόγηση με βάση τα κυβικά εκ. φαίνεται εκ πρώτης όψεως να εξυπηρετεί την αρχή της μη διάκρισης, θέτει μία βαθύτατη διάκριση μεταξύ των άνεργων που χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο ως βασικό μέσο μετακίνησης προς εξεύρεση εργασίας, των χαμηλόμισθων που το χρησιμοποιούν ως βασικό μέσο μετακίνησης προς τον χώρο εργασίας και εκείνων που το χρησιμοποιούν ως μέσο αναψυχής.

Χάρη στις παραπάνω άδικες διακρίσεις, ενώ οι εύποροι πολίτες συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη ως δικαίωμα μετακίνησης μόνον ένα μικρό μέρος του εισοδήματός τους, οι χαμηλόμισθοι και οι άποροι κινδυνεύουν να χάσουν το βασικό μέσο μετακίνησης από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα πρόσβασης στην εργασία.

Οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που δεν προκύπτουν αναλογικά από το εισόδημα, με αποτέλεσμα να υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, είναι επί της ουσίας απαιτήσεις δημευτικές. Διότι η αδυναμία ικανοποίησής τους είναι μαθηματικά βέβαιη, και οδηγεί σύμφωνα με τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) στην κατάσχεση της περιουσίας. Στόχος λοιπόν αυτών των απαιτήσεων δεν είναι η είσπραξη χρημάτων, αφού «δεν είναι δυνατόν να λάβεις παρά του μη έχοντος», αλλά η δήμευση της φορολογούμενης περιουσίας. Οι πολίτες λοιπόν που αδυνατούν να πληρώσουν τα τέλη κυκλοφορίας, αλλά χρησιμοποιούν το αυτοκίνητο λόγω ανωτέρας βίας που ενδέχεται να είναι η ασθένεια των ιδίων ή συγγενικών προστατευόμενων προσώπων, η μεταφορά των παιδιών προς τους χώρους εκπαίδευσης, η ανάγκη αναζήτησης εργασίας ή πρόσβασης στο χώρο εργασίας, καταδικάζονται από το νόμο με υψηλά πρόστιμα και εν τέλει με κατάσχεση του μέσου μετακίνησης. Αν τα χρήματα του πλειστηριασμού δεν αρκούν για την εξόφληση των τελών κυκλοφορίας, των προστίμων και των εξόδων κατάσχεσης, καταδικάζονται με κατάσχεση και της πρώτης κατοικίας τους, στην περίπτωση που αυτή αποτελεί το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο τους!.

Η αδυναμία πληρωμής όλων ή και μέρους των παραπάνω φόρων, οδηγεί σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ στη κατάσχεση και στον πλειστηριασμό της περιουσίας. Γεγονός που αντίκειται στο άρθρο 7 παρ. 3 Σ, που ορίζει ότι «Η γενική δήμευση απαγορεύεται». Παρ’ όλα αυτά, για μια μεγάλη ομάδα πολιτών, των οποίων η περιουσία περιορίζεται στην πρώτη κατοικία και στο βασικό μέσο μετακίνησης, η αδυναμία πληρωμής όλων ή μέρους των φορολογικών κρατικών απαιτήσεων, οδηγεί σύμφωνα με τον ΚΕΔΕ στην γενική δήμευση της περιουσίας. Η οποία δήμευση δεν είναι θεμιτή ούτε για τους εγκληματίες του κοινού ποινικού κώδικα. Πέραν τούτου, η αδυναμία πληρωμής, ληξιπρόθεσμων οφειλών που υπερβαίνουν το ποσό των 5000 ευρώ, εκλαμβάνεται ως ποινικό αδίκημα που οδηγεί στη στέρηση της ελευθερίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 14 του ποινικού κώδικα που ορίζει την έννοια της αξιόποινης πράξης, «1. Εγκλημα είναι πράξη άδικη και καταλογιστή στο δράστη της, η οποία τιμωρείται από το νόμο.2. Στις διατάξεις των ποινικών νόμων ο όρος "πράξη" περιλαμβάνει και τις παραλείψεις.» Η αδυναμία πληρωμής, δεν είναι πράξη ούτε παράλειψη, κατά συνέπεια δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις του ποινικού κώδικα για να εκληφθεί ως ποινικό αδίκημα. Θα ήταν παράλειψη αν συνέβαινε με δόλο, αν υπήρχε δηλαδή φοροδοτική ικανότητα αλλά αποκρύπτονταν. Στην περίπτωση όμως που η δήλωση μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας είναι αληθής, δεν έχουμε παράλειψη πληρωμής αλλά αδυναμία. Πέραν τούτου στο άρθρο 15 του Π.Κ. που ορίζει το «έγκλημα που τελείται με παράλειψη», διευκρινίζεται ότι οι υπαίτιοι παραλείψεων τιμωρούνται μόνον αν έχουν «ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσουν την επέλευση του αποτελέσματος». Κατά συνέπεια η στέρηση της ελευθερίας λόγω αδυναμίας πληρωμής, είναι καταχρηστική και παράνομη ακόμη και στις περιπτώσεις που συντελείται με παράλειψη από πολίτες που δεν έχουν ιδιαίτερη νομική υποχρέωση (διότι η εν λόγω παράλειψη δεν αφορά τις εργασιακές τους υποχρεώσεις). Εκλαμβάνοντας την αδυναμία πληρωμής ως «πράξη άδικη», θα πρέπει να προσδιοριστεί ποιόν αδικεί ο πολίτης που έχει περιέλθει σε αδυναμία πληρωμής, λόγω μειωμένης φοροδοτικής ικανότητας. Αδικεί το κράτος; Ή μήπως το κράτος αδικεί αυτόν, μειώνοντας με νόμο την αμοιβή του, στερώντας του το δικαίωμα της μετακίνησης και της εργασίας, στερώντας την ελευθερία του και δημεύοντας την περιουσία του;
Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Διεθνούς συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα,νόμο υπ’ αρ. 2462/1997, «Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση». Επίσης, πουθενά στον ποινικό μας κώδικα, δεν ορίζεται η αδυναμία ως αξιόποινη πράξη. Κατά συνέπεια η τιμωρία της αδυναμίας πληρωμής είτε με στέρηση της ελευθερίας, είτε με κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων αναγκαίων για την αξιοπρεπή μας διαβίωση, είναι μια πράξη καταχρηστική, που αντίκειται στις διεθνείς συμβάσεις, στο Σύνταγμα, τους νόμους και το κοινό περί δικαίου αίσθημα.
Οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που δεν προκύπτουν αναλογικά από το εισόδημα, με αποτέλεσμα να υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, είναι δημευτικές, άδικες και δεν εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Παρά τον αντισυνταγματικό και άδικο χαρακτήρα τους, με την αιτιολογία της εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος, κατά τα τελευταία έτη, κάποιες δικαστικές αποφάσεις επέτρεψαν τη συνέχιση επιβολής αυτών των φόρων, δίχως όμως να λάβουν υπόψη όλα τα δεδομένα όπως:
Α) ότι οι ίδιες φορολογικές απαιτήσεις, είναι ενδεχομένως δίκαιες για μια μερίδα πολιτών, αλλά άδικες για μία άλλη.
Β) Ότι μια φορολογική απαίτηση, έχει λόγο ύπαρξης, και ενδεχομένως εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όταν μπορεί να πληρωθεί. Αν δεν μπορεί, οδηγεί στην εξαθλίωση των πολιτών που αδυνατούν να ανταπεξέλθουν, στη δήμευση της περιουσίας τους και στη στέρηση της ελευθερίας. Και όταν, όπως στην παρούσα φάση, οι πολίτες που εξαθλιώνονται είναι εκατομμύρια, καθίσταται βέβαιο ότι το συμφέρον που ενδεχομένως εξυπηρετείται δεν είναι δημόσιο αλλά ιδιοτελές. Αντίκειται μάλιστα στο άρθρο 1 του Συντάγματος, που ορίζει τη μορφή του πολιτεύματος, καθώς αναιρείται η λαϊκή κυριαρχία. Η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας επί της οποίας δομείται το δημοκρατικό μας πολίτευμα, καθιστά το λαό κυρίαρχο τόσο επί της δημόσιας όσο και επί της ιδιωτικής του περιουσίας. Στην παρούσα όμως φάση που η δημόσια περιουσία έχει υποθηκευθεί με κίνδυνο κατάσχεσης από τους δανειστές ενώ η ιδιωτική περιουσία κινδυνεύει με κατάσχεση λόγω δυσβάσταχτης φορολογίας, η έννοια της λαϊκής κυριαρχίας χάνει το αντίκρισμά της. Η απώλειά της ολοκληρώνεται με την ποινικοποίηση της αδυναμίας πληρωμής, που οδηγεί στη στέρηση των βασικών ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, όπως ορίζονται στο δεύτερο μέρος του Συντάγματός μας, ακόμη δε και στη στέρηση της ελευθερίας.
Γ) Ότι η απώλεια της λαϊκής κυριαρχίας, οδηγεί στην κατάλυση της οριζόμενης από το Σύνταγμα μορφής του Πολιτεύματος και κατά συνέπεια στην απώλεια νομιμοποίησης κάθε μορφής εξουσίας. Υπό αυτούς τους όρους, καμία φορολογική απαίτηση δεν είναι νόμιμη και καμία δικαστική απόφαση.
Δ) Ότι το δημόσιο συμφέρον ορίζεται επακριβώς από το άρθρο 2 του Συντάγματος, ταυτιζόμενο με την Πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας. Διότι δεν είναι δυνατόν το δημόσιο συμφέρον να ταυτίζεται με δευτερεύουσες υποχρεώσεις της Πολιτείας, όπως η κεφαλαιοποίηση των τραπεζών, η δανειοδότηση του Ιράκ, η δανειοδότηση του τηλεοπτικού σταθμού MEGA, η επιχορήγηση κτισίματος γηπέδου για την ΑΕΚ και τόσες άλλες σπάταλες και σκανδαλώδεις πράξεις με χρήματα δανεικά που απαιτούνται στη συνέχεια από τον ελληνικό λαό. Ως δημόσιο συμφέρον, μπορεί να εννοηθεί μόνον το καθολικό συμφέρον των Ελλήνων, και όχι τα συμφέροντα των διαφόρων μειοψηφιών. Και όταν τα οικονομικά της χώρας ασθενούν, οι δράσεις της Πολιτείας πρέπει να περιοριστούν στην ικανοποίηση της πρωταρχικής της υποχρέωσης, που είναι σύμφωνα με το σύνταγμα «Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου».
Ε) Ότι οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, επιβλήθηκαν μετά την υπογραφή των μνημονίων από ξένες δυνάμεις κατοχής που επιχειρούν με τρόπο εκβιαστικό (βία ή απειλή βίας) να καταλύσουν ή να αλλοιώσουν, ή να καταστήσουν ανενεργό, διαρκώς ή προσκαίρως, το δημοκρατικό πολίτευμα που στηρίζεται στη λαϊκή κυριαρχία. Ότι επιχειρούν να καταλύσουν θεμελιώδεις θεσμούς του Πολιτεύματος να διαταράξουν την ομαλή του λειτουργία, να παρακωλύσουν τη Βουλή, την Κυβέρνηση και τον Πρωθυπουργό από την ενάσκηση της εξουσίας που τους παρέχει το Σύνταγμα και να τους εξαναγκάσουν να εκτελέσουν ή να παραλείψουν πράξεις που απορρέουν από την εξουσία αυτή. ) Ότι οι φορολογικές απαιτήσεις του κράτους που υπερβαίνουν την φοροδοτική ικανότητα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών, είναι προδήλως αντισυνταγματικές, ακριβώς διότι βρισκόμαστε κάτω από καθεστώς εσχάτης προδοσίας, σύμφωνα το άρθρο 134 του Ποινικού μας Κώδικα περί προσβολής του Πολιτεύματος.  Ότι επιχειρείται η κατάλυση θεμελιωδών αρχών και θεσμών του Πολιτεύματος, όπως αυτές ορίζονται από το άρθρο 134Ατου Π.Κ., και συγκεκριμένα της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, της αρχή της δέσμευσης του νομοθέτη από το Σύνταγμα και της εκτελεστικής και της δικαστικής εξουσίας από το Σύνταγμα και τους νόμους. Της αρχής της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και της γενικής ισχύος και προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα.
ΣΤ) Ότι όλες οι εξουσίες δεν πηγάζουν πλέον από το Λαό, δεν υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και δεν ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα. Ότι θεμέλιο του Πολιτεύματος δεν είναι πλέον η Λαϊκή Κυριαρχία, διότι, μπορεί μεν να εξακολουθεί η ανάδειξη του Αρχηγού του Κράτους να γίνεται με εκλογή, μπορεί ο λαός να διατηρεί το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, η εκβιαστική παρακώλυση όμως της βουλής από τους δανειστές, έχει μετατρέψει το άλλοτε δημοκρατικό καθεστώς, σε καθεστώς εσχάτης προδοσίας.
 3β ΟΙ ΕΙΔΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ.
Η αδυναμία πληρωμής των φορολογικών απαιτήσεων του Κράτους, ενός μεγάλου πλήθους πολιτών, άρχισε το 2011, μετά την ψήφιση του νόμου 3986, «Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012-2015». Ο επείγων χαρακτήρας των μέτρων, αποτελεί ένδειξη της παρακώλυσης του έργου της Βουλής και του Πρωθυπουργού από τους δανειστές, οι οποίοι επιβάλλουν εκβιαστικά την παραχώρηση της Εθνικής μας κυριαρχίας και την εξαθλίωση του Λαού με φόρους που δεν προκύπτουν από το εισόδημα και υπερβαίνουν την φοροδοτική του ικανότητα. Με το πρώτο άρθρο του νόμου 3986, η Εθνικής μας περιουσία περνά σε μια ανώνυμη εταιρία, το «Ταμείο Αξιοποίησης ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.», με αποτέλεσμα να χάνουμε ως λαός την κυριαρχία μας επί αυτής. Η απώλεια της Εθνικής μας περιουσίας ολοκληρώθηκε τη Δευτέρα 14.1.2013, με την κύρωση από τη Βουλή δια 166 βουλευτών της ΠΝΠ (ΦΕΚ 240/2012), δια της οποίας υποθηκεύτηκε το Ελληνικό Κράτος στους δανειστές, σύμφωνα με το Αγγλικό Δίκαιο. Ενσωματώθηκε δηλαδή στο Εθνικό Δίκαιο ο όρος πως όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Ελληνικού Κράτους και τα πάσης φύσεως ιδιοκτησιακά δικαιώματά του υπόκεινται σε κατάσχεση, αν το ζητήσουν οι δανειστές. Ειδικότερα, απέκτησε νομοθετική κάλυψη η παράδοση της χώρας μας στις ξένες οικονομικές δυνάμεις, με την εκχώρηση σε αυτές της εθνικής μας κυριαρχίας, δεδομένου ότι συμφωνήθηκε ως όρος δανεισμού ότι σε περίπτωση μη δυνατότητας αποπληρωμής του χρέους:

«Ούτε το δικαιούχο κράτος μέλος, ούτε η Τράπεζα της Ελλάδος, ούτε κανένα από τα αντίστοιχα περιουσιακά τους στοιχεία εξαιρούνται, λόγω εθνικής κυριαρχίας ή για άλλο λόγο, της δικαιοδοσίας, κατάσχεσης-συντηρητικής ή αναγκαστικής εκτέλεσης σε σχέση με οποιοδήποτε ένδικο βοήθημα ή διαδικασία σχετικά με τη σύμβαση τροποποίησης».
Με το άρθρο 27 του νόμου 3986/2011 μειώνεται το αφορολόγητο όριο και η έκπτωση δαπανών από το φόρο εισοδήματος, με αποτέλεσμα να αυξηθεί η φορολογία του εισοδήματος, με το άρθρο 28 επιβάλλονται αντικειμενικές δαπάνες διαβίωσης με αποτέλεσμα να φορολογούνται και τα υποθετικά εισοδήματα, με το άρθρο 29 επιβάλλεται «ειδική εισφορά αλληλεγγύης», με το άρθρο 30 επιβάλλεται έκτακτη εισφορά σε αντικειμενικές δαπάνες (στα υποθετικά δηλαδή εισοδήματα), με το άρθρο 31 επιβάλλεται τέλος επιτηδεύματος, με το άρθρο 35 αυξάνονται τα τέλη κυκλοφορίας για τα παλαιότερα του ενός έτους αυτοκίνητα και χάνεται ο ανταποδοτικός τους χαρακτήρας.  Με το άρθρο 53 του ν. 4021/2011 επιβάλλεται το ΕΕΤΗΔΕ, το γνωστό ως χαράτσι.  Παράλληλα μειώνονται με νόμους τα εισοδήματα των περισσοτέρων ελλήνων πολιτών, με αποτέλεσμα η αύξηση της φορολογίας να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τη φοροδοτική τους ικανότητα. Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, κι από ένα πλήθος άλλων στοιχείων που μπορούμε να παραθέσουμε, η μείωση της φοροδοτικής ικανότητας και η αδυναμία πληρωμής φόρων ενός μεγάλου μέρους πολιτών, σχεδιάστηκε από την κυβέρνηση και επιβλήθηκε με νόμους. Δεν προκύπτει λοιπόν από υπαιτιότητα των πολιτών αλλά από υπαιτιότητα αποκλειστικά των κυβερνήσεων κατοχής που ελέγχονται και κατευθύνονται από τους δανειστές. Όπως φάνηκε σύντομα, (εν έτει 2013) το πρόγραμμα διάσωσης της χώρας δι αυτών των νόμων απέτυχε, γεγονός που έγινε αποδεκτό και από το ίδιο το ΔΝΤ, καθώς διαπιστώθηκε ότι με τους επιπλέον φόρους και την παράλληλη μείωση των λαϊκών εισοδημάτων μειώθηκαν αντί να αυξηθούν τα φορολογικά έσοδα του κράτους. Η συνέχιση λοιπόν του ίδιου προγράμματος παρά την ομολογία της αποτυχίας του, μαρτυρεί ότι στόχος των δανειστών που παρεμβαίνουν στο έργο της Βουλής, δεν είναι η αποπληρωμή των δανείων αλλά η κατάσχεση τόσο της εθνικής όσο και της ιδιωτικής περιουσίας και ο πλειστηριασμός της σε εξευτελιστικές τιμές. Της εθνικής που έχει ήδη υποθηκευθεί με το Αγγλικό δίκαιο και της ιδιωτικής που θα κατασχεθεί (και θα μεταβιβαστεί στο ταμείο αξιοποίησης Α.Ε.) λόγω αδυναμίας πληρωμής των υπέρογκων φόρων. Στόχος λοιπόν, σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν είναι η σωτηρία της χώρας και του λαού αλλά η κατάλυση της πολιτεύματος που στηρίζεται στην λαϊκή κυριαρχία. Καθώς η λαϊκή κυριαρχία χάνει το αντίκρισμά της όταν χαθεί το αντικείμενο επί της οποίας ασκείται, δηλαδή η εθνική και η ιδιωτική περιουσία. Διότι δεν νοείται κυρίαρχος Λαός, επί ενός κράτους που δεν το κατέχει.
Αν εξετάσουμε τον κάθε έναν από τους παραπάνω φόρους ειδικά, θα διαπιστώσουμε ότι λόγω του επείγοντος χαρακτήρα και λόγω της παρακώλυσης του έργου της Βουλής από τους δανειστές, εμπεριέχουν μία αδικαιολόγητη προχειρότητα, έλλειψη λογικότητας, έλλειψη πειστικότητας, άδικη αντιμετώπιση μεγάλων ομάδων πληθυσμού και ένα πλήθος συνταγματικών παραβάσεων που ακυρώνει τη νομιμότητά τους.
Συγκεκριμένα:
ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 30 ΤΟΥ Ν. 3986/2011,«ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ»
και ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 44 ΤΟΥ Ν. 4111/2013 «ΕΠΙΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ»
Τα άρθρα 30 του ν. 3986/2011 και 44 του ν. 4111/2013, τα παραθέτουμε  ταυτόχρονα διότι έχουν ως κοινό αντικείμενο φορολόγησης τα αυτοκίνητα άνω των 2000 κ.ε., με την αιτιολογία ότι τα οχήματα αυτά έχουν υψηλό κόστος συντήρησης και κυκλοφορίας, άρα οι κάτοχοί τους έχουν υψηλή φοροδοτική ικανότητα, άρα διάγουν πολυτελή βίο!!! Και ως εκ τούτου επιβαρύνονται, με φόρο πολυτελούς διαβίωσης. Παραθέτουμε το περιεχόμενο των δύο αυτών νομοθετικών διατάξεων για να αποδείξουμε στη συνέχεια τον αντισυνταγματικό και άτοπο χαρακτήρα του εν λόγω φόρου.

ΑΡΘΡΟ 30 ΤΟΥ Ν. 3986/2011, «ΕΚΤΑΚΤΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΕΣ ΔΑΠΑΝΕΣ»

 «1. Επιβάλλεται έκτακτη εισφορά στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτουν από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, σκαφών αναψυχής, ιδιωτικής χρήσης, αεροσκαφών, ελικοπτέρων και ανεμοπτέρων, καθώς και δεξαμενών κολύμβησης, όπως αυτά προκύπτουν από τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011.
2. Η έκτακτη εισφορά που επιβάλλεται στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται αναλυτικά ως εξής:
α) Για επιβατικά αυτοκίνητα άνω των χιλίων εννιακοσίων είκοσι εννέα (1.929) κυβικών εκατοστών, η έκτακτη εισφορά ισούται με το γινόμενο του ποσού της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης επί συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).
Από την επιβολή της έκτακτης εισφοράς εξαιρούνται τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης με παλαιότητα άνω των δέκα (10) ετών από το έτος πρώτης κυκλοφορίας τους στην Ελλάδα, καθώς και τα επιβατικά αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης αναπήρων, τα οποία απαλλάσσονται από τα τέλη κυκλοφορίας.
………………… ………………
Η εισφορά του παρόντος άρθρου βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε.. Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.

3. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος.

ΑΡΘΡΟ 44 ΤΟΥ Ν. 4111/2013 «ΕΠΙΒΟΛΗ ΦΟΡΟΥ ΠΟΛΥΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΒΙΩΣΗΣ»

1.α. Επιβάλλεται φόρος πολυτελούς διαβίωσης στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης που προκύπτουν από την κυριότητα ή κατοχή επιβατικών αυτοκινήτωνιδιωτικής χρήσης μεγάλου κυβισμού, αεροσκαφών, ελικοπτέρων και ανεμοπτέρων, καθώς και δεξαμενών κολύμβησης, όπως αυτά προκύπτουν από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και τα λοιπά επιπλέον στοιχεία που έχει στη διάθεσή της η ΓΓΠΣ.
β. Ο φόρος αυτής της παραγράφου που επιβάλλεται στα ποσά της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης της προηγούμενης υποπαραγράφου, υπολογίζεται αναλυτικά ως εξής:
i) Για επιβατικά αυτοκίνητα από χίλια εννιακόσια είκοσι εννέα (1.929) κυβικά εκατοστά έως δυόμιση χιλιάδες (2.500) κυβικά, ο φόρος ισούται με το γινόμενο του ποσού της ετήσιας αντικειμενικής δαπάνης επί συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%).
…………………………………..

γ. Ο φόρος πολυτελούς διαβίωσης, βεβαιώνεται με βάση τις δηλώσεις που υποβάλλονταικαι εμφανίζεται στο εκκαθαριστικό σημείωμα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος κάθε οικονομικού έτους. Βεβαιώνεται επίσης με φύλλα ελέγχου, εφόσον αυτά έχουν οριστικοποιηθεί με διοικητική επίλυση της διαφοράς ή λόγω μη άσκησης ή εκπρόθεσμης άσκησης προσφυγής και με οριστικές αποφάσεις διοικητικών δικαστηρίων ή πρακτικών δικαστικού συμβιβασμού. Για την καταβολή του ποσού του φόρου της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται οι διατάξεις περί καταβολής του φόρου εισοδήματος για τα φυσικά πρόσωπα.
δ. Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλουν τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ του παρόντος.
ε. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζονται τυχόν απαιτούμενες πρόσθετες λεπτομέρειες και θέματα της διαδικασίας εφαρμογής των διατάξεων του φόρου πολυτελούς διαβίωσης.
στ. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που δηλώνονται με τις φορολογικές δηλώσεις οικονομικού έτους 2014 και μετά


Από τη μελέτη του νόμου διαπιστώνουμε, ότι η ετήσια αντικειμενική δαπάνη κατοχής ενός αυτοκινήτου, προκύπτει αυθαίρετα καθώς το ύψος της δεν εξαρτάται ούτε από την ελάχιστη πραγματική δαπάνη ούτε από το εισόδημα. Διότι δεν είναι δυνατόν ο χρήστης ενός επιβατηγού αυτοκινήτου να ξοδέψει για την κατοχή και χρήση του περισσότερα από αυτά που έχει, και όπως είναι λογικό, αν δεν έχει χρήματα παύει να το κινεί, κατέχοντάς το μόνον για έκτακτες περιπτώσεις. Η άποψη επομένως ότι ένας χρήστης αυτοκινήτου 1929 κυβ. εκατοστών δαπανά 6000 ευρώ ετησίως (βλ. ν. 3986/2011 άρθρο 28 παρ. 2γ) είναι τελείως υποθετική και άδικη για τους κάτωθι λόγους:
α) Το κόστος χρήσης ενός αυτοκινήτου εξαρτάται από τα διανυθέντα χιλιόμετρα και όχι από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα.
β) Η άποψή ότι τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε. έχουν μεγαλύτερο κόστος χρήσης δεν ευσταθεί διότι είναι αυτοκίνητα μεγαλύτερης αντοχής με αποτέλεσμα να έχουν λιγότερες βλάβες. Το δε κόστος των ανταλλακτικών δεν εξαρτάται από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα αλλά από την εταιρία κατασκευής του. Ως αναφορά την κατανάλωση, είναι γνωστό ότι τα πετρελαιοκίνητα αυτοκίνητα έχουν μικρότερη κατά 30-40% κατανάλωση σε λίτρα σε σχέση με τα αντίστοιχων κυβικών βενζινοκίνητα. Κατά συνέπεια ένα πετρελαιοκίνητο 2000 κ.ε. καταναλώνει σε λίτρα περίπου όσα ένα βενζινοκίνητο 1600 κ.ε. Αν λάβουμε υπόψη ότι το πετρέλαιο κίνησης είναι κατά 30% περίπου φθηνότερο από τη βενζίνη, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι ένα πετρελαιοκίνητο 2000 κ.ε. καταναλώνει σε ευρώ όσα ένα βενζινοκίνητο 1400 κ.ε.
γ) Ο νόμος δεν εξαιρεί τις περιπτώσεις κατά τις οποίες οι εταιρίες προσέφεραν ΔΩΡΕΑΝ ΣΕΡΒΙΣ ΕΦ ΟΡΟΥ ΖΩΗΣ ως κίνητρο για την αγορά ενός αυτοκινήτου άνω των 2000 κ.ε. Τα αυτοκίνητα αυτά έχουν μηδενικό κόστος τακτικής συντήρησης εφ’ όρου ζωής και κατά συνέπεια μικρότερη αντικειμενική δαπάνη χρήσης από κάθε άλλο αυτοκίνητο.
δ) Ο νομοθέτης εσφαλμένα θεωρεί, τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε. πολυτελή, δίχως να λάβει υπόψη ότι η πολυτέλεια καθορίζεται από το κόστος αγοράς και όχι από τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα. Πάρα πολλά αυτοκίνητα κάτω των 1929 κ.ε. είναι πολυτελέστερα και ακριβότερα από ένα Hyundai 2000 κ.ε.
ε) Ο νομοθέτης εσφαλμένα θεωρεί, ότι η κατοχή ενός αυτοκινήτου άνω των 1929 κ.ε. γίνεται αποκλειστικά για λόγους επίδειξης οικονομικής ισχύος και πολυτελούς τρόπου διαβίωσης. Παραβλέποντας ότι για τους κατοίκους της υπαίθρου, τους αναγκαζόμενους να κινούνται σε άθλιους δρόμους, και ειδικά για τους κατοίκους των ορεινών περιοχών και τους κατόχους αγροτικών εκτάσεων, η τετρακίνηση αποτελεί τη μοναδική επιλογή. Ο νομοθέτης δεν λαμβάνει υπ’ όψη, ότι η τετρακίνηση είναι επιτυχής και οικονομική μόνον με κινητήρες πετρελαίου λόγω της μικρής κατανάλωσης και της αυξημένης ροπής και ότι το μικρότερο τετρακίνητο όχημα της ελληνικής αγοράς κατά την προηγούμενη δεκαετία ήταν άνω των 2000 κ.ε.
στ) Ο νομοθέτης δεν λαμβάνει υπ’ όψη, ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος δεν έχει ακόμη δρόμους, ή ότι οι δρόμοι του είναι άθλιοι, ότι η μετακίνηση σε αυτό για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού είναι αναγκαία, και κατά συνέπεια αναγκαίο ένα «εκτός δρόμου» μεταφορικό μέσο. Ο νομοθέτης δεν λαμβάνει υπόψη ότι για χρήση σε επαρχιακούς και αγροτικούς δρόμους η φθορά του αυτοκινήτου είναι αντιστρόφως ανάλογη προς τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, καθώς τα τετρακίνητα αυτοκίνητα άνω των 2000 κ.ε. είναι πιο ανθεκτικά στη σκληρή χρήση από τα επιβατηγά πόλης λίγων κυβικών εκατοστών. Το ίδιο ισχύει και για την κατανάλωση. Μπορεί μεν ένα αυτοκίνητο λίγων κυβικών εκατοστών να καταναλώνει λιγότερο σε έναν ανοιχτό και επίπεδο δρόμο, αν όμως δοκιμαστεί στα κακοτράχαλα βουνά της Μακεδονίας και της Ηπείρου και μάλιστα με φορτίο, είναι βέβαιο ότι θα καταναλώσει πολύ περισσότερο από ένα τετρακίνητοdiesel άνω των 2000 κ.ε. το οποίο είναι κατασκευασμένο για να κινείται στο επαρχιακό περιβάλλον ξεκούραστα.
ζ) Η άποψη επομένως ότι η αντικειμενική δαπάνη χρήσης ενός αυτοκινήτου άνω των 1929 κ.ε. είναι υψηλότερη από αυτήν ενός αυτοκινήτου κάτω των 1929 κ.ε. δεν ευσταθεί, με εξαίρεση μόνον το κόστος των τελών κυκλοφορίας, τα οποία για τους λόγους που προανέφερα, αδίκως είναι αυξημένα και μάλιστα κατακόρυφα, για τα αυτοκίνητα άνω των 1929 κ.ε. Πέραν τούτου, η φορολόγηση των τελών κυκλοφορίας, δηλαδή ενός φόρου με νέο φόρο, είναι παντελώς παράλογη και δεν υποστηρίζεται από καμία συνταγματική διάταξη. Επειδή η πραγματική ανελαστική αντικειμενική δαπάνη κατοχής ενός αυτοκινήτου είναι μόνον τα τέλη κυκλοφορίας, στην ουσία η έκτακτη εισφορά επί αυτής, όπως ορίζεται δια του άρθρου 30 του ν. 3986/2011, είναι ένας φόρος επί του φόρου. Αν οι πολίτες συναινέσουν σε αυτόν τον παραλογισμό, και αν η δικαστική εξουσία τον κρίνει ως νόμιμο, θα ανοίξουν οι ασκοί του Αιόλου, παραχωρώντας το δικαίωμα στο κράτος να επιβάλλει όποιον φόρο επιθυμεί, αδιαφορώντας για το πραγματικό εισόδημα, και στη συνέχεια από το ύψος του επιβαλλόμενοι φόρου να παράξει «αντικειμενικά κριτήρια διαβίωσης» και επιπλέον φορολόγησης.
Μελετώντας το άρθρο 30 του ν. 3986/2011, και το άρθρο 44 του ν. 4111/2013 που το αντικατέστησε, διαπιστώνουμε ότι εμπεριέχει ένα πλήθος άδικων διακρίσεων που επιβαρύνουν επιλεκτικά ένα πλήθος πολιτών με το υποθετικό επιχείρημα ότι έχουν υψηλότερη φοροδοτική ικανότητα επειδή διαθέτουν έναν συγκεκριμένο τύπο μεταφορικού μέσου, δίχως να κρίνεται αν το μέσο αυτό κατέχεται λόγω ανάγκης ή για λόγους αναψυχής. Παραβλέποντας επίσης ότι το μέσο αυτό αποκτήθηκε πριν την οικονομική κρίση, και αντικατοπτρίζει ένα εισόδημα του παρελθόντος.
Με τη νομοθετική διάταξη του άρθρου 30 του ν. 3986/2011, επαναφορολογούνται τα εισοδήματα των παρελθόντων ετών, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 2 του Συντάγματος, που ορίζει ότι:
«Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος που εκτείνεται πέρα από το οικονομικό έτος το προηγούμενο εκείνου κατά το οποίο επιβλήθηκε».
Το γεγονός ότι το άρθρο 30 του ν. 3986/2011 αποτελεί νόμο αναδρομικής ισχύος,βεβαιώνεται και από την παρ. 1 όπου ορίζεται η φορολόγηση αντικειμένων που δηλώθηκαν κατά το 2011, άρα κατέχονταν κατά το 2010.
Τέλος, στην εν λόγω νομοθετική διάταξη διακρίνουμε μία ωμή παρέμβαση της εκτελεστικής εξουσίας στην δικαστική, δια της παρ. 3 που ορίζει ότι «Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος». Δια της παραγράφου αυτής, η εκτελεστική εξουσία προκαθορίζει το ενδεχόμενο δικαστικό αποτέλεσμα, και αναιρεί τα δικαιώματα που προσφέρει στον πολίτη τόσο ο Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας όσο και η Δικαστική Εξουσία, ενώ παράλληλα επιχειρεί την κατάλυση του Συντάγματος και του Δημοκρατικού Πολιτεύματος με τη βία, καθώς η Δημοκρατία θεμελιώνεται στη διάκριση και ανεξαρτησία μεταξύ των τριών εξουσιών. Η απαγόρευση της αναστολής της είσπραξης της οφειλής, μπορεί να οδηγήσει στην αναγκαστική είσπραξη δια πλειστηριασμού της περιουσίας μας, πριν τελεσιδικήσει η δικαστική μας προσφυγή, στερώντας μας το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα δικαστικής προστασίας. Η παρέμβαση αυτή της εκτελεστικής στη δικαστική εξουσία, μπορεί κάλλιστα να εκληφθεί βάσει του άρθρου 134 του Π.Κ. ως επιχείρηση να καταστούν ανενεργοί προσκαίρως τρεις πολύ σημαντικοί θεσμοί του Πολιτεύματος, δηλαδή «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών» (Π.Κ. άρθρο 134Α, ε), «η αρχή της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης» (Π.Κ. άρθρο 134Α, ζ) και «η γενική ισχύς και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων που προβλέπει το Σύνταγμα» (Π.Κ. άρθρο 134Α, η).  Έχουμε λοιπόν ένα παράδειγμα επιχείρησης προσβολής του Πολιτεύματος από την εκτελεστική εξουσία, και μια επιχείρηση Εσχάτης Προδοσίας.
Σε αντίθεση με το άρθρο 30 του ν. 3986/2011 που όπως δείχθηκε, αποτελεί νόμο αναδρομικής ισχύος, το άρθρο 44 του ν. 4111/2013 αποτελεί νόμο μελλοντικής ισχύος, όπως φαίνεται από την 1γ-στ παράγραφο δια της οποίας ορίζεται ότι:

«Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου έχουν εφαρμογή για τα εισοδήματα που δηλώνονται με τις φορολογικές δηλώσεις οικονομικού έτους 2014 και μετά.»

Κατά συνέπεια παρανόμως δια του νόμου αυτού, φορολογήθηκαν αντικειμενικές δαπάνες δήλωσης του 2013, δηλαδή εισοδημάτων του 2012, και εξ’ αυτών μου επιβλήθηκε φόρος πολυτελούς διαβίωσης!!
ΑΝΤΙΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 35 ΤΟΥ Ν. 3986/2011 «ΤΕΛΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ»
Α) ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων επιβλήθησαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα με τις διατάξεις των άρθρων 12,13,15 του ν.δ 2637/1953 περί τίτλων κυριότητας και φορολογίας αυτοκινήτων, που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά το ν.δ 1146/1972, όπου τα τέλη κυκλοφορίας ορίζονται ως ανταποδοτικά. Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 428/2005 απόφαση του Αρείου Πάγου, τη βασιζόμενη στην  υπάρχουσα σχετική νομολογία, προκύπτει ότι:
«τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων, έχουν χαρακτήρα ανταποδοτικών τελών, δεν είναι φόροι, και επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων για τη χρησιμοποίηση από τους τελευταίους του οδικού δικτύου της χώρας και την εξεύρεση των αναγκαίων πόρων για την συγκάλυψη των δαπανών συντήρησης του δικτύου τούτου».

Παρόλα αυτά, στον πρόσφατο νόμο 3986/2011 με τίτλο:
«Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2012−2015.» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της κυβερνήσεως (ΦΕΚ 152/2011) και συγκεκριμένα στο άρθρο 35, επαναπροσδιορίζονται τα τέλη κυκλοφορίας ως φόρος μη ανταποδοτικός, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η προηγούμενη δικαστική απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπάρχουσα νομολογία επί της οποίας η απόφαση αυτή βασίστηκε, και δίχως τα τέλη κυκλοφορίας να τηρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 78 του Συντάγματος (Περί φορολογίας και δημοσιονομικής διαχείρισης) βάσει των οποίων: Παρ. 1 «Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος».

Το άρθρο 35 του ν. 3986/2011, αντικαθιστά το άρθρο 20 του ν. 2948/2001, όπου τα τέλη κυκλοφορίας ορίζονται ως ανταποδοτικά: Συγκεκριμένα στην παρ. 6 (άρθρο 20 του ν. 2948/2001) αναφέρεται ρητά ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργείων Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Οικονομικών καθορίζονται τα ποσά (των τελών) που αποδίδονται στον Οργανισμό Ασφάλισης Ελεύθερων Επαγγελματιών… Τα ποσοστά επί των τελών κυκλοφορίας, που αποδίδονται στους Δήμους, τις Κοινότητες και Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, υπολογίζονται στα ποσά που απομένουν μετά την αφαίρεση των ποσών που αποδίδονται στον Ο.Α.Ε.Ε –Τ.Σ.Α., λόγω της ενσωμάτωσης των εισφορών Τ.Σ.Α. στα τέλη κυκλοφορίας».
Ενώ στον πρόσφατο νόμο 3986/2011 στο άρθρο 35, παρ. 5, γίνεται σαφές ότι
«Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων της παραγράφου 1, που καταβάλλεται για την προμήθεια του ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας έτους 2012 και επόμενων, αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου

Δια της απώλειας της ανταποδοτικότητας, επανακαθορίζονται τα τέλη κυκλοφορίας ως φόρος, δίχως όμως να καλύπτονται οι προϋποθέσεις του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος (περί φορολογίας και δημοσιονομικής διαχείρισης) βάσει των οποίων θα έπρεπε να ορίζονται το εισόδημα (που αποφέρει ένα επιβατηγό αυτοκίνητο Ι.Χ), το είδος της περιουσίας που αποτελεί, και κατά συνέπεια η εκτίμηση της αντικειμενικής του αξίας βάσει του κόστους αγοράς του, της παλαιότητας και της σημερινής μεταπωλητικής του αξίας, οι δαπάνες που πρέπει να εξαιρεθούν από το εισόδημα και ο φορολογικός συντελεστής επί της φορολογητέας αξίας που υπολογίζεται ο φόρος. Το γεγονός ότι δεν ορίζονται όλα αυτά, καθώς τα τέλη κυκλοφορίας δεν ορίζονται επίσημα ως φόρος αλλά ούτε ανταποδίδονται, μας βεβαιώνει ότι τελείως παράνομα και αντισυνταγματικά, επιβάλλονται και εισπράττονται από το 2012 και στο εξής.

Β) Η ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΦΥΛΑΞΗΣ

Η απαράδεκτη κατάσταση των ελληνικών δρόμων, η άρση της ανταποδοτικότητας των τελών σε συνδυασμό με την υπέρογκη αύξησή τους, (κυρίως στα αυτοκίνητα μεγάλου κυβισμού), με την υπέρογκη αύξηση του φόρου καυσίμων, με την τοποθέτηση σταθμών διοδίων σε όλη την Ελληνική επικράτεια, με την αύξηση της ανεργίας και την δραματική μείωση των εισοδημάτων, είχε ως αποτέλεσμα την δίκαιη άρνηση πληρωμής τους από χιλιάδες πολίτες, που οργάνωσαν κινήματα αντίδρασης με τη γνωστή σε όλους μας επωνυμία ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ, τα οποία ενισχύονται δρομολογώντας μια αντίδραση με απρόβλεπτες και εκρηκτικές διαστάσεις.

Τα δίκαια αιτήματα των πολιτών, βασίζονται στο γεγονός ότι η πολιτεία φορολογώντας υπέρογκα τη χρήση του βασικού μέσου μετακίνησης, παραβιάζει τα θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, όπως αυτά ορίζονται τόσο από τις διεθνείς συνθήκες, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) όσο και από το Ελληνικό Σύνταγμα. Για να γίνει αυτό κατανοητό, πρέπει να αποσαφηνιστεί η έννοια του βασικού μέσου μετακίνησης, και η αναγκαιότητά του στην διατήρηση της ζωής και της κοινωνικής συνοχής.

Αν εξετάσουμε το θέμα ιστορικά, θα διαπιστώσουμε ότι ποτέ δεν φορολογήθηκε και μάλιστα εξουθενωτικά, η χρήση του βασικού μέσου μετακίνησης, διότι όλες οι εξουσίες, ακόμη και οι πλέον αυταρχικές, αναγνώριζαν την αναγκαιότητά του στη διατήρηση της ζωής και της κοινωνικής συνοχής. Με το ν.δ 2637/1953 επιβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα φορολογία στη χρήση ενός μέσου μετακίνησης, που δεν είναι όμως βασικό. Διότι το 1953 τα αυτοκίνητα στην Ελλάδα ήταν ελάχιστα, και αποτελούσαν είδος πολυτελείας. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η πλειοψηφία του πληθυσμού, χρησιμοποιούσε ως μέσο μετακίνησης τα γαϊδούρια, τα άλογα, τα βόδια και τις ζωήλατες άμαξες όπου αυτό ήταν δυνατό, καταλαβαίνουμε ότι η χρήση του αυτοκινήτου υπέβαλλε την πολιτεία σε ένα μεγάλο κόστος για τη δημιουργία κατάλληλων δρόμων, το οποίο δεν θα έπρεπε να επιβαρυνθούν όλοι οι πολίτες αφού τα αυτοκίνητα χρησιμοποιούνταν μόνον από την εύπορη κοινωνική τάξη. Δικαίως λοιπόν αυτή επιβαρύνθηκε με ένα τέλος ανταποδοτικό, που θα επενδύονταν στη διάνοιξη νέων δρόμων.

Αυτό που άλλαξε από το 1953 μέχρι σήμερα, είναι ότι το αυτοκίνητο αποτελεί πλέον βασικό μέσο μετακίνησης, ανάλογο προς τον γάιδαρο, το άλογο και την ζωήλατη άμαξα. Άλλαξε επίσης το γεγονός, ότι έχει ολοκληρωθεί το βασικό δίκτυο των δρόμων, και ότι το κυριότερο μέρος αυτών πουλήθηκε σε ιδιωτικές εταιρίες με αποτέλεσμα η διάνοιξη και η συντήρησή τους να μην επιβαρύνει το κράτος. Το γεγονός ότι οι εταιρίες αυτές δεν κατασκευάζουν δρόμους, περιοριζόμενες σε ένα έργο καθαρά εισπρακτικό, επί των δρόμων που έχουν πληρωθεί στο πενταπλάσιο του κόστους κατασκευής τους από τους φόρους μας, είναι μια άλλη παράλληλη ιστορία, που δικαίως εξαγριώνει τους πολίτες.

Η παρούσα αμφισβήτηση, περί της συνταγματικότητας επιβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και παράλληλων επιβολών όπως ο φόρος καυσίμων, τα διόδια κλπ, προκύπτει από τη συσχέτιση του βασικού μέσου μετακίνησης με τη δυνατότητα επιβίωσης. Ιδιαίτερα στην παρούσα χρονική στιγμή, κατά την οποία στην Ελλάδα τελείται μια πρωτοφανής γενοκτονία του αυτόχθονος πληθυσμού, με αποτέλεσμα χιλιάδες συμπολίτες μας να αυτοκτονούν, ακόμη περισσότεροι να βρίσκονται στα πρόθυρα της αυτοκτονίας, ενώ περισσότεροι  του ενός εκατομμυρίου να έχουν εγκαταλείψει τη χώρα κατά τα τελευταία 3 έτη λόγω αδυναμίας επιβίωσης. Την παρουσίαση της τραγικής αυτής κατάστασης τεκμηριώνουν και τα επίσημα στατιστικά στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία η ανεργία έχει ξεπεράσει το 29%, η ανεργία των νέων έχει ξεπεράσει το 56% , έχουν καταλυθεί οι συμβάσεις εργασίας, με αποτέλεσμα όσοι ακόμη εργάζονται να το κάνουν περιστασιακά με εξευτελιστικές αμοιβές, δια των οποίων αδυνατούν να καλύψουν ακόμη και τις ανελαστικές τους δαπάνες, όπως η συντήρηση της στέγης τους. Ακόμη και οι αμοιβές των μονίμως εργαζομένων δεν αρκούν για την κάλυψη των ανελαστικών τους δαπανών, οι οποίες επιβαρύνονται με πλήθος φόρων, με αποτέλεσμα ακόμη και αυτοί να αδυνατούν να καλύψουν τα έξοδα της διατροφής τους.

Κάτω από αυτές τις τραγικές συνθήκες, είναι αναγκαίο να τεθεί ο όρος, «ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΡΟΦΗΣ», προς αντικατάσταση του όρου «ΕΡΓΑΣΙΑ», χαρακτηρίζοντας μια δράση που απασχολεί μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού που κινδυνεύει από υποσιτισμό. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η χρήση ενός μέσου μετακίνησης είναι κάτι περισσότερο από αναγκαία,καθώς η εύρεση τροφής δεν επιτυγχάνεται πάντοτε στον πλησιέστερο κάδο απορριμμάτων. Οι πολίτες εξαναγκάζονται να αναζητούν τροφή στην ύπαιθρο, δρώντας είτε όπως οι καρποσυλλέκτες της παλαιολιθικής εποχής, είτε όπως οι αγρότες της νεολιθικής, επιχειρώντας να αξιοποιήσουν εκτάσεις γης δίχως τα σύγχρονα αγροτικά εργαλεία και την απαιτούμενη αγροτική πείρα. Η κατάρρευση του ασφαλιστικού συστήματος και του Εθνικού συστήματος υγείας, σε συνδυασμό με την έλλειψη χρημάτων για πρόσβαση στο ιδιωτικό, εξαναγκάζει πολλά άτομα να αναζητούν στην ύπαιθρο βότανα, επιχειρώντας να αυτοθεραπευτούν κάνοντας χρήση παραδοσιακών συνταγών.

Πολλές εργασίες που μέχρι πρότινος αποτελούσαν «επάγγελμα», σήμερα αποτελούν απέλπιδες προσπάθειες εξεύρεσης τροφής, με αποτέλεσμα όλοι να είναι πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα, χωρίς συμβάσεις εργασίας και με οποιουσδήποτε εξευτελιστικούς όρους, κυριολεκτικά «για ένα κομμάτι ψωμί».

Παρουσιάζω συνοπτικά τη σημερινή κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, η οποία ομολογουμένως είναι η χειρότερη από όλες τις εποχές του παρελθόντος, ακόμη και από αυτήν της Οθωμανικής κατοχής. Διότι μπορεί σε άλλες εποχές το κράτος να μην προσέφερε στους πολίτες τίποτα, δεν παρενέβαινε όμως τόσο αυταρχικά και εξαντλητικά στο αυθόρμητο σύστημα αυτορρύθμισης, δια του οποίου οι πληθυσμοί κατάφερναν να διατηρούνται στη ζωή. Διότι ούτε ο χειρότερος δικτάτορας δεν διανοήθηκε, να φορολογήσει το βασικό μέσο μετακίνησης και το καύσιμό του, δηλαδή τον γάιδαρο και το σανό!

Ο φόρος στα περισσότερα κράτη του παρελθόντος ήταν ο γνωστός «φόρος της δεκάτης» που αποδίδονταν στον Βασιλιά, προέκυπτε από το εισόδημα και πληρώνονταν σε είδος. Φόρος δικαιώματος εργασίας, (ανάλογος προς το σημερινό τέλος επιτηδεύματος), φόρος ελευθερίας και χρήσης κατοικίας, επιβάλλονταν μόνον στους κατακτημένους λαούς μετά από πολεμική ήττα, και μόνον στους πολίτες που αρνούνταν να ενσωματωθούν στην νέα μορφή εξουσίας διατηρώντας εν μέρει την αυτονομία τους. Ενώ ο κεφαλικός φόρος κατά την οθωμανική εποχή, ήταν στην ουσία θρησκευτικός, και αντιστοιχούσε στο δικαίωμα συμμετοχής σε ένα διαφορετικό από το επίσημο θρήσκευμα.

Σε καμία όπως εποχή, δεν γνωρίζω να επιβλήθηκε φόρος στο βασικό μέσο μετακίνησης. Η επιβολή δυσβάσταχτων φόρων όπως οι σημερινοί, επιβάλλονταν μόνον από κατακτητές και μόνον με στόχο την εξόντωση του κατακτημένου λαού ή τον έμμεσο καταναγκασμό του να εγκαταλείψει την χώρα. Με τον τρόπο αυτόν, εγκατέλειψαν οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης τη γη τους, ενώ οι Έλληνες του Πόντου την εγκατέλειψαν ή πέθαναν στο δρόμο, διότι τους στερήθηκε η δυνατότητα μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής. Η ίδια δυνατότητα περιορίζεται και κατά τις στρατιωτικές πολιορκίες πόλεων, οι οποίες στοχεύουν στην αφαίρεση της ζωής με έμμεσο τρόπο.

Το άρθρο 35 του νόμου 3986/2011 που ορίζει τα τέλη κυκλοφορίας του βασικού μέσου μετακίνησης, δηλαδή του αυτοκινήτου, αντίκειται στο άρθρο 5 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.) που ορίζουν το δικαίωμα της ζωής. Διότι η ζωή, τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων, είναι άμεσα εξαρτημένη από τη δυνατότητα μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής. Την παραβίαση αυτή του συντάγματος, δύσκολα θα την καταλάβουν τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι δικαστές, καθώς η δυνατότητα της επιβίωσής τους είναι εξασφαλισμένη από το κράτος, με αποτέλεσμα να μην εξαρτάται από το μέσο μετακίνησης, το οποίο αντιλαμβάνονται ως είδος πολυτελείας που εξυπηρετεί αποκλειστικά την αναψυχή.

Ας πάψουμε όμως να κρίνουμε το γεγονός εκ του ασφαλούς, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε τί συμβαίνει στον πραγματικό κόσμο. Η αφαίρεση της ζωής μπορεί να επιτευχθεί με άμεσο και έμμεσο τρόπο. Ο άμεσος τρόπος επιτυγχάνεται δια του άμεσου φόνου. Ενώ ο έμμεσος, δια της στέρησης των προϋποθέσεων που απαιτεί η επιβίωση. Παρ’ όλα αυτά, τόσο ο άμεσος όσο και ο έμμεσος μπορούν να επιτύχουν στέρηση της ζωής με την ίδια ισχύ, και μάλιστα ο έμμεσος μπορεί να κατηγορηθεί ως ο δολιότερος, όταν προκύπτει ως αποτέλεσμα σχεδιασμού. Είναι δηλαδή φόνος εκ προμελέτης. Γενικά, ο φόνος εκ προμελέτης είναι έμμεσος, διότι προκύπτει κατόπιν σχεδιασμού, έτσι ώστε να αποστερηθεί η δυνατότητα της ζωής και όχι η ζωή καθ’ εαυτή αμέσως. Στον φόνο εκ προμελέτης, ενδέχεται να μην συμμετέχει καν ο σχεδιαστής του, αναθέτοντας σε άλλους την εκτέλεση, ώστε να μπορέσει να αποφύγει τη σύλληψη και την απόδοση κατηγοριών.

Για να κατανοήσουμε τη σχέση του εγκλήματος της αφαίρεσης της ζωής με την αφαίρεση του βασικού μέσου μετακίνησης, ας παρακολουθήσουμε ένα άγριο ζώο στο δάσος του. Ο άμεσος τρόπος αφαίρεσης μπορεί να επιτευχθεί με ένα όπλο. Ενώ ο έμμεσος με μια παγίδα, που δεν θα σκοτώσει μεν το ζώο, αλλά θα του δεσμεύσει το βασικό μέσο μετακίνησης προς εξεύρεση τροφής, που στην προκειμένη περίπτωση είναι τα πόδια του. Μπορεί επίσης να επιτευχθεί, δεσμεύοντας ένα μόνον πόδι και ακόμη πιο συγκεκριμένα καταστρέφοντας μόνον την πατούσα του. Αναφέρομαι στην περίπτωση κατά την οποία το ζώο ούτε θα θανατωθεί, ούτε θα δεσμευτεί, αλλά θα περιοριστεί απλώς η δυνατότητα μετακίνησης. Το ζώο και πάλι θα πεθάνει διότι θα έχει περιοριστεί η ταχύτητα η απαιτούμενη για την εξεύρεση τροφής

Το ίδιο λοιπόν συμβαίνει και στους ανθρώπους, διότι η εξεύρεση τροφής είναι δυνατή, όταν ο αναζητών έχει τη δυνατότητα να φτάσει στην πηγή της έγκαιρα και όχι όποτε μπορεί. Αν επί παραδείγματι πηγή της τροφής είναι η μισθωτή εργασία, ο εργαζόμενος πρέπει να φτάνει κάθε μέρα στην πηγή, στην απαιτούμενη χρονική στιγμή, και όχι όποτε μπορεί. Το ίδιο συμβαίνει και στο ζωικό βασίλειο, γι’ αυτό και τα άγρια ζώα δεν πεθαίνουν από γηρατειά, αλλά όταν περιορίζεται η ταχύτητά τους.

Ένας άλλος τρόπος προμελετημένης αφαίρεσης της ζωής, είναι δια της τοποθέτησης εμποδίων κατά μήκος του δρόμου που ακολουθείται προς εξεύρεση τροφής, και απαίτησης ενός ανταλλάγματος που ο εμποδιζόμενος άνθρωπος δεν έχει. Εξ’ αιτίας μιας τέτοιας προμελέτης, πολλοί κάτοικοι της Κατερίνης που αναζητούν τροφή στην βιομηχανική περιοχή της Σίνδου, διανύοντας καθημερινά μια απόσταση 50 χιλιομέτρων, έρχονται αντιμέτωποι με εμπόδια κατά μήκος της διαδρομής τους, η υπέρβαση των οποίων απαιτεί το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως, σε μια εποχή που ο βασικός μισθός του εργαζόμενου δύσκολα υπερβαίνει τα 450 ευρώ! Επειδή στα 200 ευρώ των διοδίων τελών, προστίθενται τα τέλη κυκλοφορίας και ο φόρος καυσίμου, γίνεται αντιληπτό ότι οι άνθρωποι αυτοί θα αναγκαστούν να αυτοκτονήσουν ή να εγκαταλείψουν τη χώρα μας, διωκόμενοι από τους σχεδιαστές μιας τραγικής γενοκτονίας, που αποφεύγουν μεν να αφαιρέσουν τη ζωή των πολιτών άμεσα, επιτυγχάνουν όμως το ίδιο αποτέλεσμα αφαιρώντας τη δυνατότητα μετακίνησης.

Αντιλαμβανόμενοι τα πραγματικά γεγονότα, και την άμεση εξάρτηση της δυνατότητας της ζωής με τη δυνατότητα μετακίνησης, μετακίνησης μάλιστα με μια απαιτούμενη ταχύτητα, καταλαβαίνουμε ότι καταστρατηγείται το άρθρο 5 του συντάγματος που ορίζει ότι «κάθε ένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την πρoσωπικότητά τoυ και να συμμετέχει στην κoινωνική, oικoνoμική και πoλιτική ζωή της Xώρας..», ότι «Όλoι όσoι βρίσκoνται στην Eλληνική Eπικράτεια απoλαμβάνoυν την απόλυτη πρoστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τoυς, χωρίς διάκριση…» και ότι «H πρoσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη». Και μόνον δια της επίσημης παραδοχής, ότι στην Ελλάδα το 29% του πληθυσμού είναι άνεργο, τεκμηριώνεται η διάκριση δια της οποίας το ποσοστό αυτό στερείται της προστασίας της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας του, αμέσως και εμμέσως δια της στέρησης της δυνατότητας μετακίνησης.

Αλήθεια, τι είναι η στέρηση της ελευθερίας; Δεν είναι η στέρηση της δυνατότητας μετακίνησης; Ή αν θέλετε καλύτερα, της μετακίνησης με μια ορισμένη ταχύτητα; Διότι στις φυλακές, οι κρατούμενοι έχουν τη δυνατότητα μετακίνησης, αλλά με περιορισμό της ταχύτητάς τους. Γι’ αυτό και η εικόνα του φυλακισμένου, έχει αποτυπωθεί στο υποσυνείδητό μας, με τη μορφή που σέρνει διαρκώς μια μεταλλική σφαίρα, εξ’ αιτίας της οποίας περιορίζεται η ταχύτητά του. Οι κρατούμενοι  έχουν επίσης και το δικαίωμα εξόδου από τις φυλακές, πληρώνοντας ένα αντίτιμο που δεν έχουν.

Η συσχέτιση της ελευθερίας με την ταχύτητα μετακίνησης, γίνεται για να διευκρινιστεί ότι τα πόδια ως μέσο μετακίνησης αδυνατούν πλέον να μας παρέχουν την ελευθερία που απαιτείται για την επιβίωσή μας στους σύγχρονους καιρούς, όπου οι αποστάσεις μεγάλωσαν δραματικά. Αλλά παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις παλιές εποχές, η ελευθερία, η συμμετοχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας και η δυνατότητα μετακίνησης προς εξεύρεση εργασίας ή τροφής, ήτανε πάντα συνδεδεμένη με ένα μέσο μετακίνησης πέραν των ποδιών, το οποίο κατείχαν ανεμπόδιστα όλοι οι πολίτες, χωρίς κάποιο κόστος. Τότε ήταν ο γάιδαρος, που δεν πλήρωνε τέλη κυκλοφορίας ούτε διόδια, και έτρωγε αφορολόγητο σανό, ενώ τώρα είναι το αυτοκίνητο που πρέπει να κυκλοφορεί με τους ίδιους όρους.

Γ) ΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΩΣ ΜΕΣΟ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ

Η δυνατότητα χρήσης του βασικού μέσου μετακίνησης από το οποίο εξαρτάται η δυνατότητα επιβίωσης, θα έπρεπε, βάσει του άρθρου 5 του Συντάγματος, να παρέχεται δωρεάν και χωρίς περιοριστικούς όρους, πέραν εκείνων που προκύπτουν από την ανικανότητα ή επικινδυνότητα του οδηγού. Διότι, το δικαίωμα στη ζωή, την υγεία, την τιμή και την ελευθερία, το δικαίωμα συμμετοχής στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή, καθώς και το δικαίωμα ελεύθερης μετακίνησης και εγκατάστασης στη χώρα, αποτελούν θεμελιώδη και απαραβίαστα ατομικά δικαιώματα, τα οποία, βάσει του άρθρου 5 του Συντάγματος, είναι δυνατόν να περιοριστούν μόνον ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνον για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, όπως ο νόμος ορίζει.

Το αυτοκίνητο παρ’ όλα αυτά, ως μέσο μετακίνησης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη δυνατότητα επιβίωσης, υπήρξε και παραμένει το καλύτερο μέσο εκμετάλλευσης των πολιτών από την κρατική εξουσία. Με αποτέλεσμα ένας απίστευτος όγκος φόρων και προστίμων να επιβάλλεται με αφορμή τη χρήση του. Κατά την αγορά του, επιβάλλονται τέλη ταξινόμησης, Φ.Π.Α, εισαγωγικός δασμός και ειδικός φόρος πολυτελείας, που επιβαρύνουν από 30% έως 40% την αξία του. Δι αυτών των υπέρογκων εισφορών, εκδίδεται η άδεια κυκλοφορίας του, γεγονός που  τεκμηριώνει ότι το αυτοκίνητο δικαιούται να κυκλοφορεί εντός της Ελληνικής επικράτειας. Το ποσό αυτό αν διαιρεθεί στα 10 έτη που κατά μέσο όρο χρησιμοποιείται, αντιστοιχεί στο ποσό των 800 ευρώ ετησίως, για ένα αυτοκίνητο χονδρικής πώλησης 20.000 ευρώ. Παραγνωρίζεται όμως το ήδη ακριβοπληρωμένο δικαίωμα της κυκλοφορίας του, και επιβάλλονται εκ νέου ετήσια τέλη κυκλοφορίας, δια των οποίων επανεκδίδεται η άδεια κυκλοφορίας του οχήματος. Συν αυτών, επιβάλλονται εισφορές στα καύσιμα, δια των οποίων επαναφορολογείται ανα χιλιόμετρο το ήδη αγορασμένο δυο φορές δικαίωμα μετακίνησης. Για ένα αυτοκίνητο που διανύει ετησίως 20.000 χιλιόμετρα, καταναλώνοντας περίπου 2.000 λίτρα καυσίμου, η άδεια μετακίνησης που αντιστοιχεί μόνον στην εισφορά καυσίμων συν του ΦΠΑ, κοστίζει 2.000 ευρώ! Συν τα 800 των τελών ταξινόμησης και τα 660 των τελών κυκλοφορίας, ανεβάζουν την ετήσια χρήση του στα 3.440 ευρώ! Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, επιβάλλεται και έκτακτη εισφορά που αρχίζει από τα 300 ευρώ, αν ο κινητήρας του αυτοκινήτου υπερβαίνει τα 1929 κυβικά. Αν ο χρήστης του πληρώνει και 10 ευρώ διόδια ημερησίως, ποσό που εξαντλείται για χρήση μόλις 50 χιλιομέτρων μετ’ επιστροφής, διαπιστώνουμε ότι το δικαίωμα χρήσης ενός μέσου αυτοκινήτου ετησίως, κοστίζει 7.000 ευρώ, σε μια χώρα όπου ο βασικός ετήσιος μισθός έχει πέσει κάτω από τα 6.000 ευρώ!!!

Και η φοροληστεία, με αφορμή τη χρήση ενός μέσου μετακίνησης, δεν σταματά εδώ. Διότι δεν είναι αποδεκτό από την Ελληνική νομοθεσία, το δικαίωμα χρήσης ενός βασικού μέσου μετακίνησης, ούτε η αναγκαιότητά του για την επιβίωση. Κατά συνέπεια, τα ακριβοπληρωμένα δικαιώματα χρήσης, αναφέρονται σε ειδικά δικαιώματα, με αποτέλεσμα για ένα σύνολο χρήσεων ο κακόμοιρος Έλληνας πολίτης, να χρειάζεται ένα σύνολο ειδικών αυτοκινήτων! Το πρώτο αυτοκίνητο που χρειάζεται ο κάτοικος της υπαίθρου, είναι ένα τετρακίνητο όχημα με κινητήρα diesel, διότι οι δρόμοι της χώρας του, αν εξαιρέσουμε αυτούς που ενώνουν τις πόλεις και τα χωριά μεταξύ τους, είναι ακόμη χωματόδρομοι, λασπωμένοι κατά τα 2/3 του έτους, από τον Οκτώβριο μέχρι τον Απρίλιο, όπου μπορεί να κινηθεί μόνον ένα υπερυψωμένο τετρακίνητο όχημα, με κινητήρα diesel άνω των 2000 κυβικών εκατοστών. Είναι αλήθεια, ότι το πλέον αναγκαίο όχημα για έναν Έλληνα της επαρχίας, είναι ένα τετρακίνητο αγροτικό αυτοκίνητο, δια του οποίου θα είναι εγγυημένα δυνατή, η μετακίνηση προς τους χώρους της εργασίας του και προς εξεύρεση τροφής. Αν λάβουμε υπόψη ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα κατ’ εξοχήν αγροτική, και ότι μετά τη σύγχρονη οικονομική κρίση, η κύρια ελπίδα επιβίωσης των πολιτών προσανατολίζεται προς την επαναξιοποίηση των αγροτικών εκτάσεων, καταλαβαίνουμε ότι η χρήση ενός αγροτικού αυτοκινήτου είναι βασική, παρόλο που οι κάτοικοι των Αθηνών το τετρακίνητο όχημα το αντιλαμβάνονται ως ένα περιττό είδος πολυτελείας που εξυπηρετεί μόνον την αναψυχή. Είτε το γνωρίζουν κάποιοι είτε όχι, Ελλάδα δεν είναι μόνον η Αθήνα, ούτε τα τρόφιμα παράγονται στα super markets!

Παρ’ όλο που ένα τετρακίνητο όχημα θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως βασικό μέσο μετακίνησης, σε μια χώρα όπου οι περισσότεροι δρόμοι είναι κατάλληλοι μόνον για βοϊδάμαξες, το αγροτικό αυτοκίνητο περιορίζεται από τη νομοθεσία για μια πολύ εξειδικευμένη χρήση, αναγκάζοντας τους κατοίκους της υπαίθρου να αγοράσουν και ένα δεύτερο τετρακίνητο, που θα μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επιβατηγό, ώστε να μπορούν να μετακινήσουν με αυτό και την οικογένειά τους. Διότι σύμφωνα με το νόμο 3446/2006 - ΦΕΚ 49/Α/10.3.2006, άρθρο 4, παρ. 1.34, το αγροτικό όχημα θεωρείται «φορτηγό» και η μεταφορά προσώπων τιμωρείται με πρόστιμο 200 ευρώ. Επειδή λοιπόν οι αγροτικές εργασίες είναι οικογενειακές, επειδή η μεταφορά των μελών της οικογένειας και των εργατών προς τον χώρο εργασίας δεν επιτρέπεται με το αγροτικό όχημα, και επειδή οι αγροτικοί δρόμοι είναι προσβάσιμοι μόνον με τετρακίνηση, οι πολίτες της επαρχίας εξαναγκάζονται από την νομοθεσία να αγοράσουν και δεύτερο τετρακίνητο όχημα, για το οποίο ζητείται άδεια χρήσης επιβατηγού. Η επιλογή του κινητήρα diesel άνω των 2000 κυβικών, γίνεται διότι στις λάσπες, στις ανηφόρες και στα χιόνια, ένας μικρότερος κινητήρας αδυνατεί να αντεπεξέλθει, κυρίως δε αν είναι βενζινοκίνητος, λόγω της χαμηλής ροπής του. Η μετακίνηση στους αγροτικούς δρόμους, απαιτεί συχνά αρχές ταχύτητες, τετρακίνηση, και υψηλή ροπή. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μέχρι το 2011, στην Ελληνική αγορά δεν κυκλοφορούσαν τετρακίνητα τύπου diesel με κινητήρα μικρότερο των 2000 κυβικών, καταλαβαίνουμε ότι η επιλογή ενός τέτοιου αυτοκινήτου γίνονταν για λόγους ανάγκης και όχι για λόγους επίδειξης όπως λανθασμένα αντιλήφθηκαν οι νοήμονες των Αθηνών, επιβάλλοντας στα αυτοκίνητα αυτά υψηλότατα τέλη κυκλοφορίας και φόρο πολυτελούς διαβίωσης!!!

Τα πλεονεκτήματα των πετρελαιοκίνητων οχημάτων, έναντι των αντίστοιχων βενζινοκίνητων, είναι η μικρότερη κατανάλωση, η μεγαλύτερη ροπή, οι μεγάλες αντοχές, η μεγάλη διάρκεια ζωής και το μικρό κόστος συντήρησης. Για τους λόγους αυτόν προτιμούνται στην επαρχία, με ένα όμως υψηλό αντίτιμο: Την άδική τους φορολόγηση, και την ανάγκη αγοράς ενός ακόμη επιβατηγού αυτοκινήτου, στην περίπτωση που απαιτείται η είσοδος στις περιφέρειες των δυο μεγάλων πόλεων, Θεσσαλονίκης και Αθήνας όπου ζει το μεγαλύτερο μέρος του Ελληνικού πληθυσμού. Διότι το δικαίωμα να αναπτύσσουν ελεύθερα την προσωπικότητά τους και να συμμετέχουν στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, όπως ορίζεται από το άρθρο 5 του Συντάγματος, καθώς και το δικαίωμα της ελεύθερης μετακίνησης σε όλη την επικράτεια, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί με τη χρήση δύο μόνον αυτοκινήτων από τους κατοίκους της επαρχίας. Διότι το αγροτικό δεν έχει άδεια μεταφοράς προσώπων, ενώ το πετρελαιοκίνητο επιβατηγό, που αγοράστηκε για την μεταφορά προσώπων προς τους χώρους εργασίας της υπαίθρου, δεν έχει άδεια εισόδου στον πολιτισμένο κόσμο που κατοικοεδρεύει στις μεγαλουπόλεις, με την σαθρή αιτιολογία ότι τις ρυπαίνει!! Σύμφωνα με το άρθρο 50 παρ. 1 του ΦΕΚ 25/11 που υποτίθεται ότι απελευθέρωσε την πετρελαιοκίνηση, οι χρήστες πετρελαιοκίνητων οχημάτων παλαιότερων του 2010, αν θέλουν να εισέρχονται στις μεγαλουπόλεις, θα πρέπει να αγοράσουν ένα νέο πετρελαιοκίνητο όχημα!!

Ένα αγροτικό λοιπόν για τις αγροτικές εργασίες, ένα πετρελαιοκίνητο για την μεταφορά του προσωπικού προς αυτές, και ένα νέο πετρελαιοκίνητο ή βενζινοκίνητο για την μετακίνηση στις μεγάλες πόλεις! Δεν φτάνουν όμως μόνον αυτά. Διότι λίγοι στην επαρχία επιβιώνουν μόνον από τις αγροτικές τους ασχολίες. Οι περισσότεροι συνήθως ασκούν και κάποιο επιτήδευμα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται ένα ακόμη αυτοκίνητο, διότι σύμφωνα με το άρθρο 4, παρ. 1.29 του νόμου 3446/2006 - ΦΕΚ 49/Α/10.3.2006 «απαγορεύεται ή μεταφορά διαφορετικών προϊόντων από εκείνα που αναφέρει η άδεια κυκλοφορίας ή η μεταφορά με όχημα του οποίου η άδεια κυκλοφορίας δεν αναφέρει τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 1 του Κεφαλαίου Ε' της υ.α. Α2/29542/5347/1991 (ΦΕΚ 707 Β'): Επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη πρόστιμο πεντακοσίων ευρώ, όταν η μεταφορά διενεργείται με φορτηγό όχημα ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους έως τεσσάρων χιλιάδων χιλιόγραμμων και τριών χιλιάδων ευρώ, όταν η μεταφορά διενεργείται με φορτηγό όχημα ιδιωτικής χρήσης μικτού βάρους άνω των τεσσάρων χιλιάδων χιλιόγραμμων και αφαίρεση για δύο μήνες των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος.» Ενώ σύμφωνα με την παρ. 1.30 του ιδίου νόμου, η παραχώρηση της χρήσης φορτηγού οχήματος ιδιωτικής χρήσης σε τρίτο πρόσωπο, νομικό ή φυσικό, στον γιο ας πούμε, στον ξάδελφο ή στον γείτονα, επιβάλλει στον ιδιοκτήτη πρόστιμο τριών χιλιάδων ευρώ και αφαίρεση για δύο μήνες των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος. Επειδή τέλος, σύμφωνα με την παρ. 1.31 του ιδίου νόμου, η χρησιμοποίηση φορτηγού οχήματος ιδιωτικής χρήσης για διαφορετικό σκοπό από αυτόν για τον οποίο χορηγήθηκε η άδεια κυκλοφορίας του, συμπεριλαμβανομένης και της περίπτωσης διενέργειας μεταφορών για λογαριασμό τρίτων με ή χωρίς κόμιστρο: (για βοήθεια στον γείτονα επί παραδείγματι). Επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη πρόστιμο πέντε χιλιάδων ευρώ και αφαίρεση για δύο μήνες των στοιχείων κυκλοφορίας του οχήματος!!!

Για να γλυτώσουν λοιπόν τα αστρονομικά αυτά πρόστιμα οι κατακαημένοι Έλληνες πολίτες, αγοράζουν προληπτικά και ένα τέταρτο αυτοκίνητο, ζητώντας άδεια χρήσης που σχετίζεται με κάποιο επιτήδευμα. Αλλά παρ’ όλα αυτά αν ταξιδεύοντας προς κάποια παραλία για διακοπές, έχοντας μετατρέψει το επαγγελματικό όχημά τους σε προσωρινή κατοικία, χρησιμοποιώντας το«για διαφορετικό σκοπό αυτόν αυτόν για τον οποίον χορηγήθηκε η άδεια κυκλοφορίας», ή αν τέλος πάντων τύχει να βοηθήσουν σε μια μετακόμιση την κόρη τους που πέρασε στο Πανεπιστήμιο και συλληφθούν, θα αναγκαστούν και πάλι να πληρώσουν το διόλου ευκαταφρόνητο ποσό των 5000 ευρώ, συν άλλων 1000 διότι το όχημα ήταν πετρελαιοκίνητο παλιάς τεχνολογίας και μπήκε στον πολιτισμένο κόσμο!

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό, ότι το μέσο μετακίνησης είναι όντως ο πλέον πρόσφορος τόπος εκμετάλλευσης των πολιτών από την κρατική εξουσία, μια εξουσία που αν σεβόταν το δημοκρατικό πολίτευμά μας, θα έπρεπε να σέβεται το Σύνταγμα, και όλα τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα που απορρέουν από αυτό, όπως το δικαίωμα στην ζωή, στην εργασία, και στην ελεύθερη μετακίνηση.
Επειδή από τα παραπάνω προκύπτει, ότι τρόπος αντιμετώπισης του μέσου μετακίνησης από την Πολιτεία δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, όπως αυτό ορίζεται από το δεύτερο άρθρο του Συντάγματος, ως «σεβασμός και προστασία της αξίας του ανθρώπου», αλλά εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς, την αλλοίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και τους καταχραστές της εξουσίας.

Βάσει των γενικών λόγων και των ειδικών που θα παραθέτουμε, ζητούμε την ακύρωση της πράξης βεβαίωσης της οφειλής του φόρου πολυτελούς διαβίωσης και των τελών κυκλοφορίας, για τα έτη 2013 και 2014.

Δ) ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ ΤΗΣ ΒΕΒΑΙΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΤΕΛΩΝ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ

1ος Λόγος ακύρωσης: Απώλεια του ανταποδοτικού χαρακτήρα των τελών.

Πλέον τα τέλη κυκλοφορίας αποτελούνε τέλη μόνον κατ’ επίφασιν, αφού έχουν χάσει τον ανταποδοτικό τους χαρακτήρα, λόγω εγκατάλειψης των επαρχιακών δρόμων από την Πολιτεία και παραχώρησης των κύριων οδικών αξόνων της χώρας σε ιδιώτες. Η απώλεια της ανταποδοτικότητα που είχαν ως το 2011, επιβεβαιώνεται δια του άρθρου 35 παρ. 5, του ν. 3986/2011, όπου ορίζεται ότι το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων,«αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του δημοσίου». Η αλλαγή αυτή βέβαια γεννά την υποχρέωση στο κράτος να τα ορίσει επίσημα ως φόρο, παρέχοντας στους πολίτες τα δικαιώματα που παρέχει το Σύνταγμα δια των άρθρων 4 παρ. 5 και 78 παρ. 1, καθώς και ο Κώδικας Φορολογίας Εισοδήματος. Συγκεκριμένα, το δικαίωμα ορισμού τους με βάση τη φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και το δικαίωμα ορισμού τους χωρίς διακρίσεις (βάσει του άρθρου 4 παρ. 5 Σ). Τα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, παρ’ όλο που εκ πρώτης όψεως φαίνεται να εξυπηρετούν την αρχή της μη διάκρισης, στην ουσία θεσμοθετούν μία διάκριση άδικη προς τους κατοίκους της υπαίθρου, οι οποίοι αναγκάζονται να χρησιμοποιούν αυτοκίνητα μεγάλων κυβικών εκατοστών (όπως έχω ήδη εκθέσει) λόγω της κακής κατάστασης των δρόμων, δίχως η κατοχή τους να αποτελεί τεκμήριο υψηλότερης φοροδοτικής ικανότητας από τους κατοίκους των πόλεων, που δύνανται να χρησιμοποιούν αυτοκίνητα μικρότερου κυβισμού αλλά πολυτελέστερα χάρη στο αρτιότερο οδικό δίκτυο. Η ιδιαίτερη επιβάρυνση των παλαιότερων αυτοκινήτων, έναντι εκείνων που ταξινομήθηκαν μετά το 2010, θέτει επίσης μία διάκριση άδικη εναντίων των πολιτών που λόγω χαμηλού εισοδήματος αδυνατούν να αγοράσουν νέο αυτοκίνητο.

Αφού τα τέλη κυκλοφορίας των αυτοκινήτων δεν είναι πλέον ανταποδοτικά, και αφού δεν αποτελούν φόρο εισοδήματος, ο μόνος λόγος που δικαιοδοτεί την ύπαρξή τους θα ήταν ο ορισμός τους ως φόρο περιουσίας. Στην περίπτωση όμως αυτή θα πρέπει να προσδιοριστεί με σαφήνεια το είδος της φορολογούμενης περιουσίας, το ύψος της και ο συντελεστής φορολόγησης, γεγονός που δεν επιτυγχάνεται με μια απλή αναφορά στα κυβικά εκατοστά του κινητήρα, δίχως να λαμβάνεται υπόψη η εργοστασιακή αξία, η παλαιότητα και η τρέχουσα μεταπωλητική αξία. Πέραν τούτων, ο φόρος επί της περιουσίας, έχει νόημα μόνον όταν πρόκειται για φορολόγηση μιας περιουσίας αύξουσας, όπως για παράδειγμα η φορολόγηση ενός αγροτεμαχίου που μετατρέπεται σε οικόπεδο και μεγαλώνει η αξία του καθώς η πόλη επεκτείνεται προς αυτό. Σε αυτή την περίπτωση η αξία του οικοπέδου αυξάνεται, και κατά συνέπεια η κατοχή του και μόνον αποφέρει εισόδημα. Το ίδιο ισχύει με όλα τα είδη περιουσιών που δεν χάνουν αξία με την πάροδο του χρόνου αλλά αντιθέτως αποκτούν. Η φορολόγησή τους επομένως αποκτά νόημα ως φορολόγηση της προστιθέμενης από το χρόνο αξίας. Το αυτοκίνητο όμως αποτελεί μια ιδιάζουσα μορφή περιουσίας που χάνει αξία με την πάροδο του χρόνου και μάλιστα σύντομα, ενώ την χάνει σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με την πάροδο μιας δεκαετίας. Επομένως η φορολόγησή του ως φορολόγηση περιουσιακού στοιχείου δεν νομιμοποιείται από το άρθρο 78 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς όχι μόνον δεν αποφέρει εισόδημα, αλλά αποτελεί μία περιουσία φθείνουσα. Το αυτοκίνητο, δεν αποτελεί ακίνητη περιουσία όπως τα οικόπεδα και τα κτίσματα, αλλά κατατάσσεται στα αναλώσιμα εκείνα αντικείμενα που τα αποκτούμε όχι για να αυξήσουμε την περιουσία μας αλλά διότι μας απαραίτητα για την επιβίωση. Το αυτοκίνητο ανήκει στο ίδιο είδος περιουσίας, που ανήκουν τα εργαλεία της εργασίας μας, η ένδυση και η τροφή. 

Παρ’ όλα αυτά φορολογείται ως περιουσιακό στοιχείο και μάλιστα με πολύ υψηλότερους συντελεστές από περιουσιακά στοιχεία μεγαλύτερης αξίας που ενδεχομένως αποκτούν και προστιθέμενη αξία με το χρόνο. Για παράδειγμα μία κατοικία αξίας 100.000 ευρώ, φορολογείται με 500 ευρώ χαράτσι ετησίως, ενώ ένα αυτοκίνητο οκταετίας 2000 κ.ε. αξίας 500 ευρώ, φορολογείται με 660 ευρώ τέλη κυκλοφορίας, 300 ευρώ φόρο πολυτελείας και 1200 ευρώ τεκμήριο λόγω αντικειμενικής δαπάνης (στην περίπτωση που ο κάτοχός του δεν έχει εισοδήματα διότι απολύθηκε από την εργασία του) Επί συνόλω: 2200 ευρώ ετησίως!!! Ο φόρος αυτός επιβάλλεται στην περίπτωση που το μέσο δεν χρησιμοποιείται, διότι αν χρησιμοποιηθεί, επιβαρύνεται με διόδια τέλη και με φόρους καυσίμων!


2ος Λόγος ακύρωσης: Άδικη διάκριση μεταξύ εύπορων και άπορων πολιτών

Κατά παράβαση του Συντάγματος και των αρχών της ισότητας και της αναλογικότητας στις οποίες υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη και τον κρατικό λειτουργό-εφαρμοστή του Συντάγματος και του νόμου, ο νόμος 3986/2011 άρθρο 35, ΚΑΝΕΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ μεταξύ αυτοκινήτων που αγοράστηκαν πριν το 2010 και αυτών που αγοράστηκαν μετά το 2010 και η επιβολή υπέρογκων τελών κυκλοφορίας στα πρώτα, ενώ ελάχιστων έως μηδενικών στα δεύτερα, παραβαίνει το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος σύμφωνα με το οποίο: Oι Έλληνες πoλίτες συνεισφέρoυν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλoγα με τις δυνάμεις τoυς.

Ο νόμος λοιπόν 3986/2011 στο άρθρο 35 παρ. 1, α&β για τα τέλη κυκλοφορίας κάνει σαφή διάκριση μεταξύ των εύπορων πολιτών που έχουν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν ένα νέο αυτοκίνητο, (άρα και να προσφέρουν περισσότερα στα δημόσια βάρη)απαλλάσσοντάς τους από τα τέλη κυκλοφορίας επειδή οι ρύποι του είναι λιγότεροι των 100 γραμμαρίων/χιλιόμετρο και μεταξύ των άπορων πολιτών που εξαναγκάζονται να διατηρήσουν το παλιό τους όχημα, και για το λόγο αυτό τιμωρούνται με υπέρογκα τέλη. (παρόλο που θεωρείται η διατήρηση ενός παλιού οχήματος αποτελεί ένδειξη μικρότερης φοροδοτικής ικανότητας) 

Ο νόμος είναι άδικος και αντισυνταγματικός διότι δεν δίνει τη δυνατότητα (όπως π.χ. συμβαίνει στη Γερμανία και σε άλλες χώρες της Ευρώπης) τοποθέτησης του «πράσινου φίλτρου» στην εξάτμιση, δια του οποίου μειώνονται οι ρύποι και αντίστοιχα τα τέλη κυκλοφορίας. Γεγονός που είχε προβλεφθεί με την καταργηθείσα από 16/9/2009 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου (Π.Ν.Π.) στην οποία προβλεπόταν η προσκόμιση κάρτας καυσαερίων ως προϋπόθεση καταβολής των τελών κυκλοφορίας. Με την επικύρωση της Π.Ν.Π. μετατέθηκε η σχετική υποχρέωση στο έτος 2010 (τέλη κυκλοφορίας του 2011) με την αιτιολογία ότι «η αιφνίδια εφαρμογή του μέτρου θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα, ταλαιπωρία των κατόχων αυτοκινήτων και δυσλειτουργίες στην έγκαιρη είσπραξη των τελών κυκλοφορίας.» Η από 16/9/2009 Π.Ν.Π. λοιπόν, ελάμβανε υπόψη τον άδικο χαρακτήρα της υπέρογκης αύξησης των τελών στα παλιά αυτοκίνητα, θέτοντάς την ως ένα μέτρο προσωρινό που θα έληγε το 2010.Στην ίδια Π.Ν.Π. υπήρχε ως αντιστάθμισμα στην υπέρογκη αύξηση των τελών επί των παλαιών αυτοκινήτων, το κίνητρο της απόσυρσής τους, το οποίο τελικά ματαιώθηκε.

Πέραν τούτου ο νόμος είναι άδικος, διότι είναι βέβαιο πως ένα κακοσυντηρημένο νέο αυτοκίνητο, εκπέμπει περισσότερους ρύπους από ένα παλιό καλοσυντηρημένο. Δεν αποτελεί λοιπόν καταλυτικό παράγοντα το έτος κυκλοφορίας του στην Ελλάδα, ούτε το ύψος των καυσαερίων που δίδεται από τον κατασκευαστή. Είναι ψευδής επομένως ο ισχυρισμός πως η φορολόγηση γίνεται σύμφωνα με τους ρύπους, αφού οι ρύποι δεν ελέγχονται όπως θα έπρεπε σύμφωνα με την από 16/9/2009 Π.Ν.Π. Πέραν τούτου είναι βεβαιωμένο ότι η παραγωγή διαρκώς νέων αυτοκινήτων σε παγκόσμιο επίπεδο, παράγει περισσότερους ρύπους από αυτούς που θα παράγονταν με τη  διατήρηση των παλαιών, υπό προϋποθέσεις καλής συντήρησης και λειτουργίας. Ο νόμος είναι άδικος και για τους χρήστες παλιών πετρελαιοκίνητων αυτοκινήτων οι οποίοι αν είχαν τη δυνατότητα να καίνε biodiesel θα παρήγαγαν ελάχιστους ρύπους καθώς είναι επιστημονικά βεβαιωμένο ότι με τη χρήση biodieselοι εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα μειώνονται κατά 70%. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που σε όλες τις χώρες της Ευρώπης ακόμη και στις γειτονικές μας Βαλκανικές, οι οδηγοί έχουν τη δυνατότητα χρήσης βιοκαυσίμων. Αν λοιπόν η κυβέρνηση ήθελε πραγματικά να μειώσει του ρύπους των αυτοκινήτων στα πλαίσια ενός προγράμματος πράσινης ανάπτυξης, θα προέβαινε δείχνοντας τα αγνά της κίνητρα, στην προώθηση και επιδότηση της χρήσης υγραερίου και βιοκαυσίμων και όχι στην αντικατάσταση του παλιού στόλου αυτοκινήτων με νέο, επιβαρύνοντας τον κρατικό ισοσκελισμό μεταξύ εσόδων και εξόδων, δια της άλογης εξαγωγής συναλλάγματος προς αγορά νέων αυτοκινήτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Γερμανία που είναι αυτοκινητοπαραγωγός χώρα, δεν φορολογεί τόσο αυστηρά τα παλιά αυτοκίνητα όσο η χώρα μας, αναγκάζοντας τους ιδιοκτήτες τους να τα αντικαταστήσουν με καινούργια. Ούτε θεωρεί ότι ο μόνος τρόπος συμβολής στην πράσινη ανάπτυξη, είναι η τιμωρία των κατόχων παλαιών αυτοκινήτων με υπέρογκα τέλη, που συχνά υπερβαίνουν την αξία του ίδιου του αυτοκινήτου. Τα πράσινα φίλτρα, η καλή συντήρηση του κινητήρα, η καύση υγραερίου, βιοαιθανόλης καιbiodiesel είναι λύσεις που πραγματικά θα ωφελούσαν την πράσινη ανάπτυξη και το δημόσιο συμφέρον, θα μείωναν όμως τις μίζες που κατά κοινή μας υπόνοια, προσφέρουν οι αυτοκινητοβιομηχανίες στους πολιτικούς για να μας επιβάλλουν δια της βίας το εμπόρευμά τους.


3ος Λόγος ακύρωσης: Δεν εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον
H υπερφορολόγηση των αυτοκινήτων, ιδίως των άνω των 2000 κ.ε. δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Κατανοώ την ανάγκη δημιουργίας ενός ορθότερου φορολογικού συστήματος, ώστε όντως ο κάθε πολίτης να συνεισφέρει στο κράτος ανάλογα με τις δυνάμεις του όπως ορίζει το Σύνταγμα, και αυτός είναι ο κύριος λόγος που  καταγγέλλω, την προχειρότητα κάποιων νόμων που επιτυγχάνουν το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, τα έσοδα από τα τέλη κυκλοφορίας κατέρρευσαν, από το 2011 έως σήμερα περισσότεροι από 600.000 πολίτες παρέδωσαν τις πινακίδες τους, αχρηστεύοντας ένα σημαντικό μέρος της περιουσίας τους, που από αντικείμενα χρήσιμα μετατράπηκαν σε παλιοσίδερα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η ιδιωτική περιουσία των Ελλήνων πολιτών είναι καθ’ επέκταση και περιουσία του κράτους, έχει πλέον αποδειχθεί, ότι το κράτος με την αύξηση του φόρου των οχημάτων κατέστρεψε ένα μέρος της περιουσίας του, που με το πρόσχημα της πράσινης ανάπτυξης αντικατέστησε εισάγοντας νέα αυτοκίνητα και ξοδεύοντας συνάλλαγμα, επιβαρύνοντας και άλλο τον ήδη επιβαρυμένον ισοσκελισμό μεταξύ εσόδων και εξόδων. 
Η μείωση των εσόδων από τη φορολόγηση των αυτοκινήτων, παρουσιάζεται χαρακτηριστικά σε δημοσίευμα του www.autoblog.gr στις 27 Μαϊου 2013, που αναφέρει ότι:
 «…Να σημειωθεί ότι για φέτος η πρόβλεψη είναι ότι θα εισπραχθούν από τέλη κυκλοφορίας 1,228 δισ. ευρώ, έναντι 1,315 δισ. ευρώ που είχαν εισπραχθεί το 2012. Με βάση τις έως τώρα εισπρακτικές επιδόσεις στα τέλη κυκλοφορίας οι φετινές εισπράξεις οδεύουν μετά από πολλά χρόνια για κάτω του ενός δισ. ευρώ. …Οι αλλαγές αυτές ήταν αποτέλεσμα κυρίως της φορολογικής πολιτικής για το αυτοκίνητο των κυβερνήσεων από το 2009 και μετά αλλά και της μεγάλης ύφεσης στην οικονομία. Πιο συγκεκριμένα το αυτοκίνητο χτυπήθηκε από:
§  Τη μεγάλη αύξηση των φόρων στα καύσιμα. Στη λιανική τιμή της αμόλυβδης προστέθηκε περίπου 0,4 ευρώ ανά λίτρο.
§  Την επιβολή φόρου πολυτελείας στα αυτοκίνητα υψηλής εργοστασιακής αξίας (άνω των 20.000 ευρώ).
§  Την αύξηση των τελών κυκλοφορίας η οποία ήταν υπερβολικά μεγάλη για τα ΙΧ υψηλού κυβισμού (άνω των 2.000 κυβικών εκατοστών).
§  Την επιβολή φόρου πολυτελούς διαβίωσης στα ΙΧ άνω των 1.929 κυβικών εκατοστών. Ο φόρος ίσχυσε για τη χρήση 2011, καταργήθηκε για τη χρήση 2012 και επανήλθε για τη χρήση 2013. Πρόκειται για έναν εξαιρετικά βαρύ φόρο καθώς ανέρχεται σε 10% επί του ετήσιο τεκμηρίου διαβίωσης όταν ο κυβισμού του αυτοκινήτου ξεπερνά τα 2.500 κυβικά (5% για κυβισμό από 1.929 έως 2.500).
§  Θέσπιση τσουχτερών τεκμηρίων διαβίωσης για τα αυτοκίνητα ιδιωτικής χρήσης.
Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της επιβάρυνσης αρκεί το παρακάτω παράδειγμα. Ο φορολογούμενος που είχε στην κατοχή του ένα τζιπ 3.500 κυβικών εκατοστών το 2008 κατέβαλε τέλη κυκλοφορίας 483 ευρώ. Για το 2013 θα κληθεί να πληρώσει συνολικά τέλη κυκλοφορίας και φόρο πολυτελούς διαβίωσης ύψους 2.766 ευρώ. Σε αυτά δεν υπολογίζεται και η αύξηση του κόστους χρήσης του ΙΧ λόγω της ανόδου των τιμών των καυσίμων. Είναι προφανές ότι η κατοχή πλέον ενός ΙΧ αυτού του κυβισμού είναι παντελώς ασύμφορη.
Οι φορολογούμενοι έχουν ήδη προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα. Αυτή η νέα πραγματικότητα όμως σημαίνει μειωμένες εισπράξεις για το δημόσιο ταμείο. Πιο συγκεκριμένα:
Οι πωλήσεις ΙΧ έχουν πέσει κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια. Ενώ κάθε μήνα το 2008 πωλούνταν περισσότερα από 20.000 ΙΧ, πλέον πωλούνται περίπου 5.000. Δεν έχει πέσει όμως μόνο ο αριθμός των καινούριων ΙΧ που πρωτοκυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους. Και τα ΙΧ που αγοράζονται είναι κατά κύριο λόγο μικρού και μεσαίου κυβισμού με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το τέλος ταξινόμησης, το ΦΠΑ και τους φόρους κατανάλωσης καυσίμων που εισπράττει το ελληνικό δημόσιο. Για παράδειγμα, φέτος εκτιμάται ότι θα εισπραχθούν από τέλη ταξινόμησης μόλις 45 εκατ. ευρώ ενώ το 2008 είχαν εισπραχθεί 926 εκατ. ευρώ.
Λόγω του νέου τρόπου υπολογισμού των τελών κυκλοφορίας που συναρτώνται με τους εκπεμπόμενους ρύπους (για ΙΧ που πρωτοκυκλοφορούν μετά τον Νοέμβριο του 2010) πολλοί πλέον αγοράζουν ΙΧ τα οποία απαλλάσσονται από τέλη. Πρόκειται για τα ΙΧ που εκπέμπουν λιγότερα από 100 γραμμάρια διοξειδίου του άνθρακα ανά διανυόμενο χιλιόμετρο.
Δεν είναι λίγοι και αυτοί που προχώρησαν σε κατάθεση πινακίδων κυκλοφορίας κυρίως αυτοκινήτων μεγάλου κυβισμού. Έτσι τα αυξημένα τέλη κυκλοφορίας δεν εισπράχθηκαν ποτέ»

Ρεκόρ καταθέσεων πινακίδων κυκλοφορίας

Κυριάκος Πηλίδης | 23 Δεκεμβρίου 2013 - 12:40

«Φέτος αναμένεται να σπάσει κάθε προηγούμενο ρεκόρ καταθέσεων πινακίδων κυκλοφορίας, αφού αρκετοί είναι οι κάτοχοι Ι.Χ οι οποίοι καταθέσουν τις πινακίδες των αυτοκινήτων τους προκειμένου να γλυτώσουν τους φόρους που έχει επιβάλει το υπουργείο Οικονομικών.
Φέτος αναμένεται να κατατεθούν περισσότερες από 410.000 πινακίδες αφού οι ιδιοκτήτες τους αδυνατούν να πληρώσουν τα υψηλά τέλη κυκλοφορίας αλλά και τον φόρο πολυτελείας ο οποίος επιβάλλεται για πρώτη χρονιά στα οχήματα κυβισμού άνω των 1.929 κ.εκ.
Βάσει στοιχείων του υπουργείο Οικονομικών από την 1η Νοεμβρίου του 2012 μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου του 2013 κατατέθηκαν 371.398 πινακίδες, ενώ σύμφωνα με την κίνηση που παρατηρείται τις τελευταίες 20 ημέρες στις εφορίες αλλά και τις εκτιμήσεις εφοριακών, τουλάχιστον άλλοι 40.000 οδηγοί θα ακινητοποιήσουν τα οχήματά τους μέχρι τα τέλη του χρόνου ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό σε πάνω από 410.000 πινακίδες

Αντίστοιχα, από την 1η Νοεμβρίου του 2011 μέχρι τις 31 Οκτωβρίου του 2012 είχαν κατατεθεί 266.748 πινακίδες. Σε έξι από τις μεγαλύτερες εφορίες της Αττικής έχουν κατατεθεί φέτος 4.941 πινακίδες, έναντι 2.957 πέρυσι, παρουσιάζοντας αύξηση της τάξης του 67%. Υπολογίζεται ότι συνολικά το 2012 κατατέθηκαν 300.000 πινακίδες.
Από τα καθημερινά δημοσιεύματα του τύπου που εκφράζουν τη σκληρή ελληνική πραγματικότητα της μετά μνημονίου εποχής, εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο νέος τρόπος φορολόγησης των οχημάτων δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ούτε καν το δημοσιονομικό.
Επειδή λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω στοιχεία, ο τρόπος φορολόγησης  των αυτοκινήτων δεν είναι πλέον ανταποδοτικός, αλλά ένας επιπλέον παράνομος και αντισυνταγματικός φόρος, που με τη σημερινή μορφή του δεν εξυπηρετεί ούτε τους πολίτες ούτε το δημόσιο συμφέρον, ούτε καν το δημοσιονομικό, θεωρώ δίκαιο το αίτημα της ανακοπής, αναστολής κι επαναδιαπραγμάτευσης, και σας ζητώ να το εξετάσετε.


4ος ΛΟΓΟΣ ΑΚΥΡΩΣΗΣ: Δεν τηρείται η αρχή της αναλογικότητας

Αλκαιος Ιωαννης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου